Skip to main content

Ο σκηνοθέτης του «Γίγαντα» μιλά στο Black Book για τον Ρόαλντ Νταλ, την ελευθερία του λόγου, την ευθύνη των πεποιθήσεών μας και μια εποχή που προσφέρει έτοιμες απαντήσεις πριν προλάβουμε να διατυπώσουμε τα ερωτήματα.

Ο Γιώργος Σκεύας δεν διάλεξε τον Ρόαλντ Νταλ. Διάλεξε ένα θεατρικό έργο που τον έφερε αντιμέτωπο με έναν άνθρωπο ο οποίος πίστευε τόσο πολύ στις απόψεις του, ώστε αρνιόταν να μετακινηθεί από αυτές. Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο σκηνοθέτης θεωρεί τη μετακίνηση ένα από τα σπουδαιότερα πράγματα που μπορεί να μας προσφέρει το θέατρο. Να μπαίνουμε σε μια αίθουσα με μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον κόσμο και να βγαίνουμε έχοντας αισθανθεί την ανάγκη να τον κοιτάξουμε διαφορετικά.

Στον «Γίγαντα» του Μαρκ Ρόζενμπλατ, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής, ο Άρης Λεμπεσόπουλος υποδύεται τον Ρόαλντ Νταλ. Τον συγγραφέα που χάρισε στα παιδιά μερικές από τις πιο γοητευτικές ιστορίες της σύγχρονης λογοτεχνίας, αλλά και έναν άνθρωπο που το 1983 προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις με ένα κείμενό του για την ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο, στο οποίο η καταδίκη του πολέμου συνοδευόταν από αντισημιτικές θέσεις. Ο Νταλ βρίσκεται αντιμέτωπος με τους εκδότες του και με το ερώτημα αν θα ζητήσει συγγνώμη ή θα αποδεχτεί τις συνέπειες των λόγων του.

Στη συζήτησή μας, ο Σκεύας δεν ενδιαφέρεται να μετατρέψει αυτή τη σύγκρουση σε μια εύκολη αντιπαράθεση σωστού και λάθους. Μιλά για τη δυσκολία να υπερασπίζεται κανείς τις πεποιθήσεις του χωρίς να μετατρέπει την πίστη σε βεβαιότητα, για το θέατρο που κινδυνεύει να υποκύψει στην κυριαρχία της εντύπωσης και για τον αλγόριθμο που έχει αρχίσει να αποφασίζει ακόμη και τι χρειαζόμαστε. Κυρίως, υπερασπίζεται κάτι που η εποχή μας μοιάζει να χάνει: το δικαίωμα να μην έχουμε έτοιμη απάντηση για τα πάντα.

Γιατί διάλεξατε τον Ρόαλντ Νταλ;

Δεν διάλεξα τον Νταλ. Διάλεξα τον «Γίγαντα». Διάβασα το έργο όταν είδα ότι ανέβηκε στο Royal Court. Προσπαθώ να παρακολουθώ τι συμβαίνει στη σύγχρονη δραματουργία, τι καινούργιο γράφεται, ποιες φωνές εμφανίζονται. Διαβάζω όσο περισσότερο μπορώ, ξένα και ελληνικά έργα. Όταν πληροφορήθηκα για τον «Γίγαντα», αισθάνθηκα ότι κάτι ενδιαφέρον συμβαίνει με αυτό το κείμενο. Το αναζήτησα, το διάβασα και με γοήτευσε από την πρώτη στιγμή. Ο Νταλ ήρθε μέσα από το έργο. Δεν ήταν η αφετηρία μου.

Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε;

Η δραματουργική του συνθήκη, τα θέματα, ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται το υλικό. Συγκέντρωνε πράγματα που με έχουν απασχολήσει και στο παρελθόν. Είχα ανεβάσει τη «Ράβδο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ για τρεις θεατρικές περιόδους. Και εκείνο το έργο είχε ξεκινήσει από το Royal Court, ένα θέατρο με εξαιρετικά σημαντική ιστορία στην ανάδειξη νέων συγγραφέων. Από τον Τζον Όσμπορν, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μέχρι τη Σάρα Κέιν και τον Ρέιβενχιλ, συνδέεται με πολύ σημαντικές στιγμές της βρετανικής δραματουργίας. Αναγνώρισα λοιπόν στον «Γίγαντα» κάποιους προβληματισμούς συγγενικούς με εκείνους που με ενδιαφέρουν. Και με γοήτευσε ο τρόπος με τον οποίο ο Ρόζενμπλατ, ένας άνθρωπος που μέχρι τότε ήταν σκηνοθέτης, αποφάσισε να μετατρέψει μια ιδέα που τον απασχολούσε σε θεατρικό κείμενο.

Όταν διαβάζεις ένα έργο, τι είναι αυτό που σε κάνει να πεις «θέλω να το σκηνοθετήσω»;

Είναι ένα είδος ερωτικής έλξης. Κάτι αισθάνεσαι ή δεν αισθάνεσαι όταν έρχεσαι σε επαφή με ένα κείμενο. Δεν σημαίνει ότι αμέσως αποφασίζεις να το κάνεις. Μπορεί να χρειαστεί πολύς χρόνος. Αλλά το να μπορείς να πεις «θα ήθελα να ασχοληθώ με αυτό» είναι πολύ σημαντικό. Πιστεύω πολύ και στην πλάγια μέθοδο. Μπορεί κάτι να σε κινητοποιήσει, να το αφήσεις στην άκρη και να επιστρέψεις αργότερα. Αυτό συμβαίνει συχνά με τα κλασικά έργα. Μπορεί να έχεις διαβάσει ένα κείμενο πριν από δεκαπέντε χρόνια και να μην αισθάνθηκες την ανάγκη να ασχοληθείς μαζί του. Το ξαναδιαβάζεις σήμερα και ανακαλύπτεις κάτι διαφορετικό. Δεν έχει αλλάξει το έργο. Έχεις αλλάξει εσύ, η κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι, ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα. Η επικαιρότητα πάντως δεν αποτελεί κριτήριο για μένα. Το σημαντικό είναι τι μου λέει το ίδιο το κείμενο.

Ο «Γίγαντας» γράφτηκε πρόσφατα, αλλά μας μεταφέρει στο 1983. Γιατί ένας σύγχρονος συγγραφέας χρειάζεται να επιστρέψει σαράντα χρόνια πίσω;

Ο Ρόζενμπλατ ξεκινά από ένα πραγματικό γεγονός. Ο Νταλ είχε γράψει μια βιβλιοκριτική για ένα φωτορεπορτάζ σχετικά με την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο. Αυτή η κριτική προκάλεσε όσα ακολούθησαν. Ο συγγραφέας παίρνει το συγκεκριμένο γεγονός και δημιουργεί έναν θεατρικό κόσμο. Επιλέγει ένα καλοκαιρινό απόγευμα του 1983, στο σπίτι του Νταλ, στην αγγλική εξοχή και τοποθετεί εκεί πραγματικά πρόσωπα μαζί με επινοημένες καταστάσεις. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η επιλογή. Ο τρόπος με τον οποίο μπορείς να προσεγγίσεις ένα εξαιρετικά επίκαιρο ζήτημα επιστρέφοντας στο παρελθόν. Αυτή η απόσταση σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα διαφορετικά, χωρίς να περιορίζεσαι στην άμεση αντίδραση απέναντι σε όσα συμβαίνουν σήμερα.

Η απόσταση μας βοηθά να δούμε καλύτερα;

Δραματουργικά, ναι. Σου δίνει τη δυνατότητα να κοιτάξεις κάτι έξω από την άμεση αντίδραση της στιγμής. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που με ενδιαφέρει πολύ στο συγκεκριμένο έργο. Ο χρόνος.

Τι έχει ο χρόνος;

Δεν διακόπτεται. Το έργο εξελίσσεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που συμβαίνει επί σκηνής έχει ουσιαστικά την ίδια διάρκεια με τα γεγονότα που παρακολουθούμε. Υπάρχει μόνο μια μικρή χρονική έλλειψη ανάμεσα στα δύο μέρη. Με όρους κινηματογράφου θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένα μονοπλάνο.

Και γιατί αυτό είναι σημαντικό;

Γιατί είναι θέατρο στην πιο καθαρή του μορφή. Τα γεγονότα συμβαίνουν μπροστά σου. Υπάρχει μια ενότητα χώρου και χρόνου που με ενδιαφέρει ολοένα περισσότερο. Είναι μια δυνατότητα του θεάτρου που δεν αντικαθίσταται εύκολα. Ζούμε σε μια εποχή μοντάζ, με όλες τις σημασίες της λέξης. Το θέατρο μπορεί να σου προσφέρει τη συνέχεια ενός ζωντανού γεγονότος.

Είπες ότι ζούμε σε μια εποχή μοντάζ. Μοντάρουμε και την πραγματικότητα;

Δεχόμαστε συνεχώς πληροφορίες, ισχυρισμούς, αλήθειες, ψέματα. Και πάνω απ’ όλα εικόνες. Εικόνες που έρχονται κατά πάνω μας. Ζούμε στην εποχή της στιγμιαίας εντύπωσης. Κάτι εμφανίζεται, το καταναλώνουμε και αμέσως περνάμε στο επόμενο. Αυτό επηρεάζει τα πάντα. Επηρεάζει και την τέχνη.

Στον «Γίγαντα» υπογράφεις τη μετάφραση, τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια. Πόσο από τον Ρόζενμπλατ μένει τελικά και πόσος Σκεύας μπαίνει μέσα στο έργο;

Η μετάφραση είναι ήδη μια επανερμηνεία. Όταν μεταφράζεις ένα λογοτεχνικό ή θεατρικό κείμενο, αυτό αναγκαστικά περνά μέσα από εσένα και μέσα από μια διαφορετική γλώσσα. Το ζητούμενο είναι η μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, αλλά για να πετύχεις αυτή την ακρίβεια μπορεί να χρειαστεί να ακολουθήσεις διαφορετικούς δρόμους. Μια άλλη γλώσσα σημαίνει και έναν άλλο τρόπο να φτάσεις στο ίδιο σημείο. Και βέβαια το γεγονός ότι το έργο περνά μέσα από εμένα καθορίζει τη συγκεκριμένη παράσταση. Αν το έκανε κάποιος άλλος, θα το αντιμετώπιζε διαφορετικά. Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι για να γίνει κάτι. Δεν θεωρώ τίποτα εύκολο σε αυτή τη διαδικασία. Από τη στιγμή που αποφασίζω να ασχοληθώ με ένα έργο, ξέρω ότι αρχίζει μια δύσκολη διαδρομή.

Γιατί επέλεξες τον Άρη Λεμπεσόπουλο για τον ρόλο του Νταλ;

Με τον Άρη έχουμε ξαναδουλέψει. Μου αρέσει να επιστρέφω σε ηθοποιούς με τους οποίους έχω συνεργαστεί, όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες. Δεν είναι πάντα αυτονόητο ότι μπορεί να συμβεί αυτό. Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με τον «Γίγαντα», σκέφτηκα ότι ο Άρης θα μπορούσε να είναι ένας πολύ ουσιαστικός συνομιλητής μου σε αυτή τη δουλειά. Το υλικό δημιουργεί ένα πεδίο έρευνας και δουλειάς που πιστεύω ότι μας ενδιαφέρει και τους δύο, πέρα από τις δυσκολίες. Δεν υπάρχει τίποτα εύκολο. Το ερώτημα είναι αν αξίζει τον κόπο να περάσεις μέσα από αυτές τις δυσκολίες. Και η απάντηση είναι ναι.

Πόσο έχει δυσκολέψει σήμερα το να κάνεις θέατρο;

Πάρα πολύ. Και γίνεται ολοένα δυσκολότερο. Η επιλογή ενός έργου είναι ένα τεράστιο ζήτημα, αλλά δεν αρκεί να επιλέξεις το υλικό που σε ενδιαφέρει. Πρέπει να μπορέσεις να το κάνεις πράξη. Να εξασφαλίσεις τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα πραγματοποιηθεί η παράσταση. Και σήμερα αυτό μόνο αυτονόητο δεν είναι. Η κατάσταση είναι άγρια. Τόσο άγρια, που πολλές φορές δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις πόσο άγρια είναι. Είναι σαν να συγκεντρώνονται όλα μαζί πάνω στο κεφάλι σου. Τίποτα πια δεν είναι αυτονόητο. Ούτε η συνέχεια. Κάθε επόμενο βήμα είναι εξαιρετικά δύσκολο.

Υπήρξε παράσταση που σκηνοθέτησες και αισθάνθηκες ότι σε άλλαξε περισσότερο από όσο την άλλαξες εσύ;

Δεν θα το έθετα ακριβώς έτσι. Η σκηνοθεσία δεν είναι μια διαδικασία στην οποία εσύ αλλάζεις ένα έργο. Είναι μια θέση, μια ερμηνεία απέναντι σε έναν κόσμο που δημιουργείται από το υλικό. Και αυτόν τον κόσμο τον φτιάχνεις μαζί με τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεσαι. Σίγουρα υπάρχουν παραστάσεις που σου αφήνουν ένα ισχυρότερο αποτύπωμα από άλλες. Αλλά τείνω να βλέπω όλες τις παραστάσεις μου σαν κρίκους μιας αλυσίδας. Σαν μια διαδρομή που έχει μια περίεργη, όχι πάντοτε, εξηγήσιμη λογική. Πολλές φορές αντιλαμβάνεσαι εκ των υστέρων τις συνδέσεις ανάμεσα σε όσα έχεις κάνει. Βέβαια, δεν θέλεις πάντα να κοιτάζεις πίσω. Εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο να μπορώ να πηγαίνω παρακάτω. Και ασφαλώς αλλάζουμε μέσα από αυτές τις διαδικασίες. Είναι μια διαρκής μεταβολή, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή μας.

Ας έρθουμε στον Νταλ. Τι άνθρωπο συνάντησες πίσω από τον συγγραφέα των παιδικών παραμυθιών;

Έναν εξαιρετικά σύνθετο άνθρωπο. Έναν πολύ επιτυχημένο συγγραφέα, παγκοσμίως γνωστό, με έντονη δημόσια παρουσία. Έναν άνθρωπο που είχε ζήσει πολλά. Είχε πολεμήσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως πιλότος της RAF, είχε τραυματιστεί σοβαρά, είχε περάσει μεγάλες οικογενειακές δοκιμασίες. Είχε χάσει ένα παιδί, είχε αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα υγείας στην οικογένειά του. Και ταυτόχρονα ήταν ένας συγγραφέας με εξαιρετική σχέση με τη γλώσσα, με χιούμορ και ένα πολύ σκοτεινό στοιχείο ακόμη και στα βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά. Τον συναντάμε σε μια περίοδο μεγάλων προσωπικών αλλαγών. Ο γάμος του με την Πατρίσια Νιλ έχει ουσιαστικά τελειώσει, βρίσκεται μπροστά σε μια καινούργια ζωή, ετοιμάζει τις «Μάγισσες». Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη ξεσπά η κρίση που προκαλούν όσα έχει γράψει.

Έχοντας διαβάσει το έργο, αισθάνθηκες την ανάγκη να τον αθωώσεις ή να τον καταδικάσεις;

Έχω μια εικόνα του Νταλ μέσα από τα βιβλία του και μια άλλη από όσα έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια σχετικά με τις αντισημιτικές δηλώσεις του. Το γεγονός ότι το έργο τοποθετείται στο 1983 είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, γιατί μπορεί κανείς να σκεφτεί τι θα συνέβαινε αν κάτι ανάλογο γινόταν σήμερα. Βλέπουμε πώς λειτουργεί ο κύκλος ενός εξαιρετικά διάσημου ανθρώπου. Πώς προσπαθούν όσοι βρίσκονται γύρω του να τον προστατεύσουν από μια συμπεριφορά που μπορεί να έχει συνέπειες στην εικόνα, στη φήμη, ενδεχομένως και στις πωλήσεις των βιβλίων του. Υπάρχει μια φοβερή πίεση. Οι άνθρωποι αυτοί συνυπάρχουν σε έναν χώρο και προσπαθούν να οδηγηθούν σε κάτι, χωρίς να γνωρίζουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Η ένταση είναι εκρηκτική, ακόμη κι όταν δεν εκδηλώνεται φανερά.

Ο Νταλ υπερασπίζεται όσα πιστεύει, ακόμη κι όταν ξεπερνά τα όρια. Τι φοβάσαι περισσότερο; Έναν άνθρωπο που λέει ανοιχτά κάτι λανθασμένο ή κάποιον που δεν μιλά επειδή φοβάται μήπως κάνει λάθος;

Είναι ένα τεράστιο ερώτημα. Νομίζω ότι αφορά όλους μας. Ζούμε με μια διαρκή αγωνία, η οποία μπορεί να έχει πραγματική βάση ή όχι, αλλά παραμένει βασανιστική. Αυτό συμβαίνει στις οικογένειες, στις εργασιακές σχέσεις, παντού. Και όταν αποκτά δημόσιες διαστάσεις, μπορεί να αισθανθεί κανείς ότι συνθλίβεται από το βάρος ολόκληρης αυτής της διαδικασίας, πολλές φορές περισσότερο και από το ίδιο το ζήτημα που τον απασχολεί. Βεβαίως πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει το δικαίωμα να εκφράζεται. Και η κοινωνία οφείλει να εξασφαλίζει αυτόν τον χώρο.

Αυτός που μιλά δημόσια δεν πρέπει να αναλαμβάνει και την ευθύνη των λόγων του;

Ασφαλώς. Όποιος εκφράζεται πρέπει να είναι έτοιμος να δεχτεί την κριτική και τις συνέπειες όσων λέει. Ο λόγος έχει κόστος, έχει αντίκτυπο. Αυτό αφορά τους πάντες, από την πολιτική μέχρι την καθημερινή μας συμπεριφορά. Και έχει σημασία επίσης ο τρόπος με τον οποίο δεχόμαστε όσα ακούμε ή διαβάζουμε. Πώς προσλαμβάνουμε μια είδηση, μια δήλωση, μια συμπεριφορά. Έχουμε κι εμείς ευθύνη γι’ αυτό.

Δεν είναι παράδοξο ότι, στο όνομα της ελευθερίας του λόγου, διεκδικούμε συχνά και την απαλλαγή από κάθε λογοδοσία;

Στο όνομα της ελευθερίας του λόγου δημιουργείται μια ανοχή απέναντι σχεδόν σε οτιδήποτε. Ζούμε σε μια εποχή όπου φαίνεται ότι τα πάντα μπορούν να ειπωθούν και να συμβούν. Αλλά η αντίσταση σε αυτή τη συνθήκη ξεκινά από τον καθένα μας, από την προσωπική μας στάση. Αν δεν υπάρχει εκεί μια αντίσταση, δεν μπορείς να περιμένεις ότι θα υπάρξει σε ένα ευρύτερο επίπεδο. Από την άλλη, πρέπει να αναγνωρίσουμε και τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε. Καθημερινά δεχόμαστε έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών, ισχυρισμών, αληθειών, ψεμάτων και κυρίως εικόνων. Ζούμε στην εποχή της στιγμιαίας εντύπωσης. Μια εντύπωση καταναλώνεται και αμέσως αντικαθίσταται από την επόμενη.

Ο «Γίγαντας» επιστρέφει στον Λίβανο του 1982. Είναι δυνατόν να παρακολουθήσει κανείς σήμερα αυτό το έργο χωρίς να σκεφτεί όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή;

Αυτό είναι ένα από τα συγκλονιστικά στοιχεία της ιστορικής συγκυρίας. Ο Ρόζενμπλατ έγραψε το έργο στις μέρες μας, αλλά το τοποθέτησε σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο του παρελθόντος. Θυμάμαι ως παιδί τα πρωτοσέλιδα για τον Λίβανο. Αυτές οι εικόνες έχουν μείνει μέσα μου. Και ξαφνικά βλέπεις ένα έργο που αναφέρεται σε γεγονότα περισσότερων από σαράντα χρόνων πριν να αντανακλά μια σημερινή, ζοφερή πραγματικότητα. Είναι μια τρομερή σύμπτωση, ο τρόπος με τον οποίο η Ιστορία έρχεται και συναντά ένα θεατρικό κείμενο. Αυτή είναι και μια από τις μεγάλες δυνατότητες του θεάτρου. Ο χώρος και ο χρόνος μπορούν να αποκτήσουν μια διαφορετική διάσταση.

Μπορεί το θέατρο να αντισταθεί σε έναν κόσμο που ενδιαφέρεται περισσότερο για την εντύπωση παρά για την ουσία;

Νομίζω ότι προσπαθεί να αντισταθεί. Δεν μπορώ να μιλήσω για τους άλλους. Μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου. Αλλά αισθάνομαι ότι υπάρχει μια συνθήκη εξαιρετικά πιεστική, που πλησιάζει πολλές φορές στα όρια του αδιεξόδου. Τα πράγματα γίνονται ολοένα δυσκολότερα. Και νιώθει κανείς ότι κάτι πρέπει να σταματήσει. Κάπως πρέπει να μπορέσουμε να δούμε τα πράγματα διαφορετικά. Ο Νταλ, μέσα στο έργο, αντιστέκεται. Πατάει πολύ γερά το πόδι του και επιμένει σε όσα πιστεύει, με οποιεσδήποτε συνέπειες μπορεί να έχει αυτή η στάση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ξεπερνά τα όρια. Αλλά ο συγγραφέας είναι αρκετά ευφυής ώστε να μην περιορίζει τη σύγκρουση σε ένα απλό παιχνίδι αντιπαράθεσης απόψεων. Εκθέτει τις καταστάσεις και αφήνει τον θεατή να αναμετρηθεί με αυτές.

Έχω την εντύπωση ότι δεν σου αρέσει καθόλου η ερώτηση «ποιο είναι το μήνυμα της παράστασης». Γιατί;

Γιατί με ενδιαφέρει να δημιουργήσω επί σκηνής κάτι που θα κάνει τον θεατή να αισθανθεί. Αυτό προηγείται. Έπειτα μπορεί να προσπαθήσει να καταλάβει, να ερμηνεύσει, να τοποθετηθεί, εφόσον το επιθυμεί. Εγώ οφείλω να δημιουργήσω έναν κόσμο στον οποίο θα μπορεί να εισέλθει και να επικοινωνήσει με όσα συμβαίνουν. Ή να μην εισέλθει. Δεν μπορώ να το προδικάσω. Αλλά αυτό είναι το ζητούμενο για μένα. Να δημιουργηθεί μια θεατρική λειτουργία που θα επιτρέψει στον θεατή να αισθανθεί κάτι. Δεν με ενδιαφέρει να του υποδείξω τι πρέπει να σκεφτεί.

Μήπως έτσι κρατάς μια ουδέτερη θέση, από την οποία ο θεατής θα επιλέξει μόνος του;

Όχι. Δεν μιλάω καθόλου για ουδετερότητα. Η ουδετερότητα δεν με ενδιαφέρει. Μιλάω για κάτι απολύτως ενεργητικό. Για μια κατάσταση που σε βάζει μέσα σε κάτι, που σε κινητοποιεί. Δεν υπάρχει τίποτα παθητικό σε αυτή τη διαδικασία. Φυσικά, δεν μπορείς να εξασφαλίσεις εκ των προτέρων ότι αυτό θα συμβεί. Μιλάω για αυτό που αναζητώ και προσπαθώ να πετύχω, πάντοτε με μεγάλες δυσκολίες.

Ο θεατής φεύγει από τον «Γίγαντα» με μια απάντηση ή με μια αμφιβολία;

Θα ήθελα να φύγει με μια βαθύτερη αναστάτωση. Δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερη λέξη. Αν κάτι από όσα συμβαίνουν επί σκηνής καταφέρει να τον αγγίξει, να σκαλίσει κάτι μέσα του, τότε τα διλήμματα έρχονται σε δεύτερο επίπεδο. Το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο είναι η επιφάνεια. Με ενδιαφέρει η ιδέα της μετακίνησης. Να μπαίνεις σε μια παράσταση έχοντας έναν συγκεκριμένο τρόπο να βλέπεις τα πράγματα και να βγαίνεις αισθανόμενος ότι κάτι έχει μετακινηθεί. Δεν αναφέρομαι απαραίτητα σε μια ιδεολογική αλλαγή. Μιλάω για κάτι βαθύτερο. Να αισθανθείς την ανάγκη να κοιτάξεις τον κόσμο από ένα διαφορετικό πρίσμα, κάτω από ένα άλλο φως, το οποίο μπορεί να είναι εξίσου σκοτεινό. Αυτό είναι για μένα ένα από τα σημαντικότερα ζητούμενα του θεάτρου.

Και αν κάθε θεατής φύγει έχοντας καταλάβει κάτι διαφορετικό;

Η αμφισημία των πραγμάτων είναι κάτι ιερό στην τέχνη. Ένα έργο μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους. Ο κάθε άνθρωπος έρχεται με τις δικές του εμπειρίες, τις ανάγκες του, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν. Μπορεί να αγαπήσει αυτό που βλέπει, μπορεί ακόμη και να το απωθήσει. Η εμπειρία της τέχνης βρίσκεται πέρα από το «μου αρέσει» ή «δεν μου αρέσει». Και κυρίως πέρα από την απαίτηση να πάρεις αμέσως θέση, να απαντήσεις με ένα ναι ή ένα όχι.

Ζούμε όμως σε μια εποχή που απαιτεί διαρκώς απαντήσεις.

Αυτό ακριβώς με απασχολεί. Αναζητούμε συνεχώς απαντήσεις χωρίς πολλές φορές να έχουμε διατυπώσει προηγουμένως τα ερωτήματα. Κοίταξε τι συμβαίνει με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τεχνητή νοημοσύνη. Βρίσκουμε εκατομμύρια απαντήσεις σχεδόν ερήμην των ερωτημάτων. Ο αλγόριθμος έχει εισβάλει στην καθημερινότητά μας και την καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Το τρομακτικό είναι ότι δεν περιορίζεται πλέον στο να καλύπτει τις απαντήσεις μας. Έχει αρχίσει να καλύπτει και τις ανάγκες μας. Κάτι που μας προσφέρεται συνεχώς μετατρέπεται σε ανάγκη και μπορεί σταδιακά να αντικαταστήσει μια βαθύτερη, υπαρξιακή ανάγκη. Αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο. Θα ήθελα να μπορούμε να διατυπώνουμε τα δικά μας ερωτήματα.

Στα έργα που σκηνοθετείς αναζητάς τελικά την αλήθεια ή την αμφιβολία;

Την αλήθεια μέσα από την αμφιβολία. Δεν νομίζω ότι μπορεί να φανερωθεί κάτι αληθινό, που είναι ούτως ή άλλως μια σχετική έννοια, χωρίς να έχεις προηγουμένως αμφισβητήσει όσα θεωρείς δεδομένα. Η ανάγκη και η περιέργεια είναι η αφετηρία. Θέλεις να ανακαλύψεις κάτι, να πας παρακάτω. Από εκεί ξεκινάει αυτή η διαδικασία. Βέβαια, έχουμε όλοι και την ανάγκη να πιστεύουμε σε κάτι. Ακόμη και όσοι ισχυρίζονται ότι δεν πιστεύουν σε τίποτα, νομίζω ότι έχουν μεγάλη ανάγκη να πιστέψουν. Το ζήτημα είναι πώς εκφράζεται αυτή η πίστη. Μπορεί να μη λες τίποτα και να πιστεύεις βαθιά. Μπορεί να λες πάρα πολλά και στην πραγματικότητα να μην πιστεύεις. Ο Νταλ υπερασπίζεται σθεναρά ορισμένες απόψεις του. Και αυτή η επιμονή μπορεί να τον οδηγήσει πέρα από τα όρια.

Αν μπορούσες, λίγο πριν αρχίσει ο «Γίγαντας», να πλησιάσεις έναν θεατή και να του ψιθυρίσεις κάτι στο αυτί, τι θα του έλεγες;

Μην φοβάσαι.

Πληροφορίες

Γίγαντας

Από τις 31 Οκτωβρίου, στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής

του Mark Rosenblatt

Σκηνοθεσία – Μετάφραση: Γιώργος Σκεύας

Σκηνικό – κοστούμια: Γιώργος Σκεύας

Μουσική – Sound design: Σήμη Τσιλαλή

Φωτισμοί: Χρήστος Τζιόγκας

Παιζουν:

Ρόαλντ Νταλ: Άρης Λεμπεσόπουλος

Τομ Μάσλερ: Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης

Τζέσι Στόουν: Αμαλία Αρσένη

Φελίσιτι «Λίσι» Κρόσλαντ: Ελένη Ρουσσινού

Χάλι: Γιώτα Καραχάλιου

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;