Skip to main content

Σχεδόν 10 χρόνια μετά από τις πιο πρόσφατες ζωντανές εμφανίσεις του, το πολυμελές «ωδικό κήτος» που ακούει στο όνομα Μητέρα Φάλαινα Τυφλή αναδύεται και πάλι στη φιλόξενη σκηνή του ιστορικού Κυττάρου, με τη συμμετοχή παλαιότερων και νεότερων μελών, αλλά και με αγαπημένες και αγαπημένους προσκεκλημένους «έκπληξη», που θα συμπράξουν με τη Φάλαινα σε δικά της τραγούδια και σε επιλεγμένες διασκευές, πάντοτε με τις πιο ευφάνταστες και δυναμικές ενορχηστρώσεις. Με αφορμή το live στο Κύτταρο, το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου, ο frontman της μπάντας, Διαμαντής Διαμαντίδης απαντά στις ερωτήσεις μας.

Πώς συναντήθηκαν 10 άνθρωποι πριν 20 χρόνια και αποφάσισαν να ενώσουν τις μουσικές δυνάμεις τους σε μια μπάντα;

Όλα ξεκίνησαν από τα τραγούδια, εκείνα τα πρώτα που σκάρωσα στις αρχές του 2000 και λίγο μετά: Πράσινο φως, Εκεί που θα ζήσω, Ρο, Αστραδενή… όλα αποτέλεσαν μαγιά για το πρώτο άλμπουμ που θα ερχόταν το 2010, την Ορχήστρα στο Βυθό. Με τον Μιχάλη Κραουνάκη (σαξόφωνο, πιάνο, ενορχηστρώσεις) και τη Τζωρτζίνα Κοκκινάκη (βιολί, τραγούδι) βοηθήσαμε τη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή -νεαρή «μητέρα» ακόμη- να βρει, ή μάλλον να «γεννήσει», τα παιδιά της: τα τραγούδια της, μα και τα «Φαλαινόπαιδα», τους μουσικούς που την πλαισίωσαν. Δεν ήταν τόσο «απόφαση», όσο «παρέα». Και η παρέα, έφερε περισσότερη παρέα, περισσότερα τραγούδια, συναυλίες και ηχογραφήσεις. Όλα από μια ιδέα ξεκίνησαν πάντως, κι ένα όραμα, που όμως, το μοιραστήκαμε σε μεγάλο βαθμό με όσες και όσους έπαιξαν και παίζουν στη Φάλαινα.

Το όνομα «Μητέρα Φάλαινα Τυφλή» είναι αναφορά στο τραγούδι Mother Whale Eyeless του Brian Eno από το 1974. Πώς όμως επιλέχθηκε ως όνομα της μπάντας και γιατί;

Πάντοτε με γοήτευαν και με συνέπαιρναν το δυσθεώρητο μέγεθος και το απόκοσμο τραγούδι της Φάλαινας, αυτού του τόσο συμπαθούς αμφίβιου θηλαστικού των ωκεανών. Πρέπει να ήταν τότε περίπου που έγραψα τα πρώτα τραγούδια, αφού άκουσα και το άλμπουμ “Taking tiger mountain (by strategy)” από το 1974. Όλα τα τραγούδια του δίσκου και ειδικά το τραγούδι που αναφέρεις, με ενέπνευσαν μ’ έναν τρόπο απελευθερωτικό. Έτσι, λοιπόν, κατόπιν απανωτών ακροάσεων και κάνοντας μία άσκηση «επί χάρτου» όπως λένε, έκανα μια γρήγορη μεταφραστική απόδοση του εν λόγω τραγουδιού. Έτσι, οδηγήθηκα και στο όνομα της πολυμελούς μπάντας, στην οποία τελικά θα μου άρεσε να παίζω και να τραγουδάω. Ήταν μία συνειδητή, μα και παρορμητική, ομολογουμένως, επιλογή.

Μετά από 20 χρόνια πορείας, πόσο κοντά βρίσκεστε στο αρχικό σας όραμα ως μουσικών και πώς διαμορφωθήκατε από τις τυχόν ανατροπές όσων τότε ονειρευόσασταν;

Το αρχικό όραμα βρίσκεται ακόμα εδώ και όσες και όσοι έχουμε τον χρόνο και τη διάθεση, φροντίζουμε να το υλοποιούμε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: η παρέα και η μοιρασιά, τα τραγούδια και τα γέλια, η προσπάθεια του ν’ ανταμώνουμε και να παίζουμε τραγούδια μαζί, όλα, εύκολα ή δύσκολα, αναλόγως τη στιγμή και την περίσταση, επιτυγχάνονται στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Στα πρώτα χρόνια, ονειρευόμασταν πιο ρόδινες συνθήκες, περιοδείες, δισκογραφία χωρίς εμπόδια, βιντεοκλίπ, συμμετοχές σε μεγάλα φεστιβάλ εντός κι εκτός, ή μάλλον, ελπίζαμε να ήταν έτσι, όμως είναι πρακτικά πάρα πολύ δύσκολο να υπάρξει επιτυχημένα και σε πλαίσιο βιοπορισμού ένα τόσο πολυμελές γκρουπ δυτικότροπης τραγουδοποιίας με ελληνικό στίχο. Η επιτυχία μας είναι πως οι σχέσεις μας είναι πολύ όμορφες και πως καταφέρνουμε, έστω και μετά από 10 χρόνια που έχουμε να συνυπάρξουμε επί σκηνής και 20 χρόνια από την πρώτη ανάδυση της Φάλαινας, να ξαναπαίξουμε ζωντανά τα τραγούδια, και μάλιστα στο αγαπημένο μας Κύτταρο.

Πώς χτίζατε κάθε φορά το υλικό σας και πώς συντονιζόσασταν προς την κατεύθυνση που τελικά αποφασίζατε να ακολουθήσετε;

Η αλήθεια είναι πως τα Φαλαινόπαιδα σχεδόν πάντοτε εμπιστεύονταν τις εκάστοτε εμμονές μου, ως προς το ύφος και τη μουσική κατεύθυνση. Δεν είχα καμία απαίτηση ν’ αγαπήσουν τα παιδιά π.χ. τους Arcade Fire ή τους Waterboys, τον Dave Matthews, τον Bruce Springsteen ή τον Βαγγέλη Γερμανό, πάντως, στην αρχή της μοιρασιάς και της παρέας, κάτι δικό τους βρήκαν και σ’ όλα αυτά, κι έτσι και δουλέψαμε, παίξαμε και ηχογραφήσαμε όλα αυτά τα τραγούδια παρέα. Αν κάτι άλλαξε μέσα στα χρόνια που ήμασταν ενεργοί (μέχρι το 2017 περίπου), ήταν η ωριμότητα ως προς το να αφαιρούμε, παρά να προσθέτουμε, κατά τη σύνθεση και την ενορχήστρωση των τραγουδιών. Υφολογικά, ίσως παίζουμε κάπως πιο δυνατά και ηλεκτρικά πια, με περισσότερες και πιο δραματικές εξάρσεις.

Μια ομαδική δουλειά με τη συμμετοχή 10 μουσικών ποιους παράγοντες έχει ως προϋπόθεση για να καλύπτει εξίσου τις προσωπικότητες και των 10 ανθρώπων που τη δημιουργούν;

Η «ομαδικότητα» μας χαρακτήριζε πάντοτε περισσότερο ως προς την παρέα και τη μοιρασιά, γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να καλύψουμε όλες τις επιρροές, τις επιθυμίες και τις προσωπικότητες 10+ μουσικών που -από καιρού εις καιρόν- έπαιζαν με τη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή. Τα παιδιά που παίζουν πιο πολύ καιρό μαζί μας, νομίζω πως βρήκαν τελικά τον χώρο τους και εκφράστηκαν λίγο περισσότερο μέσα στα χρόνια, τόσο στις διασκευές που επιλέγαμε, όσο και ως προς τις ενορχηστρώσεις. Θα ήταν ευχής έργον να ηχογραφήσουμε καινούργιο υλικό με τραγούδια και κάποιων από τα Φαλαινόπαιδα, αυτό θα το ήθελα πολύ.

Ποιες ήταν πιο σημαντικές μουσικές αναφορές σας στη διάρκεια αυτών των χρόνων;

Όπως προανέφερα, τα συγκροτήματα και οι τραγουδοποιοί των zeros, τόσο από τη διεθνή όσο και από την εγχώρια σκηνή, εποχές My Space! Εκτός απ’ όσα ανέφερα παραπάνω, μου άρεσαν πολύ και οι Divine Comedy, οι Tindersticks, οι Sparklehorse και οι Cody από τη Δανία, αλλά και οι Λαϊκεδέλικα, οι Earthbound, ο Λάμπρος Παπαλέξης από τη Σαύρα των Βασιλικών Δρόμων και οι Λάμδα, ενώ στη δεύτερη φάση μας (2013-2017), σίγουρα η ενεργή ενασχόλησή μου το έργο και τα τραγούδια του Bruce Springsteen επηρέασε περισσότερο τον ήχο και την κατεύθυνση.

Πώς προκύπτει κάθε φορά στα 20 χρόνια η ανάγκη μιας ακόμη ανάδυσης και συνάντησης με το κοινό;

Ε, αφορμές ψάχνουμε για ν’ ανταμώνουμε και να ξεφαντώνουμε! Σαν σχολικό reunion, χωρίς τις αναστολές και τους καθωσπρεπισμούς. Όταν θα βρεθούμε στη σκηνή, θα επιβεβαιωθεί πιστεύω το προαίσθημά μου πως δεν έχει αλλάξει τίποτα, γιατί όλα έχουν πια αλλάξει, τόσο στις ζωές μας, όσο και γύρω μας. Πάντως, ελπίζω όσο περνάει ο καιρός, ν’ ανταμώνουμε πιο συχνά.

Υπήρχαν στιγμές στην πορεία σας που αναρωτηθήκατε πώς μπορείτε να συναντηθείτε με ένα πιο ευρύ κοινό ή νιώθατε ότι αρκεί να δημιουργείτε μια πιο προσωπική σχέση με τους ακροατές σε μικρές μουσικές σκηνές;

Απ’ όλες τις φάσεις που αναφέρεις περάσαμε. Υπήρξαν ευκαιρίες ν’ απευθυνθούμε σ’ ένα ευρύτερο κοινό, όμως, λόγω της πολυμελούς φύσης της μπάντας, πάντοτε κάποια ή κάποιος είχε κάποια υποχρέωση ή μια διαφορετική προτεραιότητα, οπότε υπήρχε καθολικός σεβασμός σε κάτι τέτοιο. Έτσι, όλα πήγαιναν πάντοτε πιο αργά και πιο παρεΐστικα, χωρίς τα deadlines και τις επιβολές του επαγγελματισμού και της αποκλειστικής ενασχόλησης με αυτό που κάναμε. Τούτο μπορεί και να στοίχισε σε μια ενδεχόμενη μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα και επιτυχία, όμως μας επιβράβευσε ως προς τη σχέση που καλλιεργήσαμε και την παρέα μας. Οι κώδικές μας είναι πια σε ωριμότερο επίπεδο γιατί κι εμείς, μέσα στα χρόνια, ωριμάσαμε, τελικά. Ή τουλάχιστον, έτσι φαίνεται. Παρ’ όλα αυτά, και συναυλίες με πολύ κόσμο κάναμε, και σε μικρές σκηνές παίξαμε, κι ας μη χωρούσαμε όλες και όλοι καλά καλά, και σίγουρα, η προσωπική σχέση με όσους μας άκουγαν, καλλιεργήθηκε και αποτυπώθηκε στο θετικό -γενικώς- word of mouth γύρω από τη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή. Ευγνωμοσύνη!

Εάν μπορούσατε να συνοψίσετε με μία-δυο φράσεις τα χαρακτηριστικά του πιστού κοινού σας που σας ακολουθεί μέχρι σήμερα, ποιες θα ήταν αυτές;

Ο στίχος από την Ανάδυση “με ανέκδοτα ή γλυκά κι ένα γέλιο ζωγραφιά/ειν’ το μόνο πράγμα που έχεις και κανείς δεν θα σου πάρει/είναι κάθε μέρα ο λόγος ν’ αναδύεσαι ξανά”, τα συνοψίζει όλα.Τα μάτια και τα χαμόγελα, οι κώδικες και οι κοινές στιγμές, αυτά μας κάνουν ό,τι είμαστε και ό,τι γίναμε. Κι αυτό, δεν μπορεί παρά να είναι ζωή, αγάπη, μοιρασιά, λόγοι για ν’ ανταμώνουμε.

Η οικειότητα είναι ένα από τα βασικά στιχουργικά μοτίβα της μπάντας. Πώς αλλάζει ως έννοια καθώς μεγαλώνετε ως πρόσωπα αλλά και ως παρέα;

Πιστεύω πως δεν αλλάζει και ιδιαίτερα, ίσως γλυκαίνει λόγω του ότι μεγαλώνουμε και περνάμε σε άλλες φάσεις ζωής: παιδιά, απώλειες, μεταναστεύσεις και μετακομίσεις, πετριές και φαεινές ιδέες, τέτοια πράγματα καθορίζουν τις ζωές μας και την έκφρασή μας, όμως η οικειότητα παραμένει. Πως αλλιώς να διηγηθείς όλα αυτά; Σαν σε κύκλο γύρω απ’ τη φωτιά ή και με μία επίκληση, στο ωδικό κήτος της πόλης, στη Μητέρα Φάλαινα Τυφλή. Ακόμα και τα νεότερα μέλη της Φάλαινας, κάτι δικό τους βρήκαν κι εκείνα στον τρόπο που επικοινωνούμε και δημιουργούμε κάτι από κοινού. Άρα, η οικειότητα ήταν και είναι πάντοτε οργανικό ζητούμενο. Ε, ο στίχος δεν μπορεί παρά ν’ αποτυπώνει κι αυτά τα νοήματα και τη σημασία τους.

Πέρα από τα 10 μέλη της μπάντας σε ζωντανές εμφανίσεις είχατε και σημαντικούς καλεσμένους. Πώς τους επιλέγατε; Πώς ήταν η επί σκηνής συνάντησή μαζί τους και τι κλίμα δημιουργούσε η σύμπραξη σας μπροστά στο κοινό;

Μέσα στα χρόνια βρεθήκαμε με δημιουργούς και μπάντες μαζί επί σκηνής, και πάντοτε τούτο αποτελούσε ανανέωση και έμπνευση για ‘μας: από τον Φοίβο Δεληβοριά και τον Σπύρο Γραμμένο, μέχρι τον Moa Bones, τον Chris Eckman των Walkabouts και τους Willard Grant Conspiracy -RIP Robert Fisher-, οι εκλεκτικές συγγένειες και τα κοινά ήταν περισσότερα από τους λόγους για τους οποίους τελικά ανταμώναμε. Φερ’ ειπείν, η αγάπη για τον Bod Dylan ή για τον αυτοσχεδιασμό μέσα στα κομμάτια, το χιούμορ και οι φάρσες, ειδικά στα live, τέτοια πράγματα μοιραζόμασταν με όσες και όσους παίξαμε παρέα, σε μικρές και μεγάλες σκηνές.

Δεν μένετε όλοι Αθήνα οπότε δεν είναι πολύ εύκολο να συναντιέστε συχνά για πρόβες και δημιουργία υλικού. Όταν καταφέρνετε να ξαναβρεθείτε όλοι μαζί μετά από καιρό πώς είναι η αίσθηση και πώς ξαναβρίσκετε τα πατήματά σας ως μπάντα;

Λες και δεν έχει περάσει ούτε μέρα! Τον περασμένο Μάρτιο που ξαναβρεθήκαμε ύστερα σχεδόν από μια δεκαετία για μια αναγνωριστική πρόβα, ήταν όλα τα κομμάτια του παζλ εκεί. Όσα έχουμε μοιραστεί όλα τούτα τα χρόνια, ακόμα και τα χρόνια που δεν παίζουμε και δεν γράφουμε παρέα, αλλά μιλούσαμε στα chat ή τηλεφωνιόμασταν, βρισκόμασταν ή βγαίνουμε σποραδικά, αυτά είναι που μας ενώνουν και μας φέρνουν πάντοτε κοντά. Όσα ζήσαμε μας καθορίζουν και μας δείχνουν τον δρόμο, ενδεχομένως με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, ωριμότητα και σαφήνεια, χωρίς πάντως να στερούμαστε του παιδικού αυθορμητισμού που πάντοτε μας καθόριζε.

Το υδάτινο στοιχείο είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της μπάντας. Τι συμβολίζει για εσάς και πώς λειτούργησε ως αναφορά στην έκφρασή σας;

Το κλισέ του Bruce Lee “Be water” το κάναμε “Be Whale”, μεγάλη και τρανή και παίξε και τραγούδα σαν να υπάρχει αύριο, για να το ξανακάνεις και αύριο και μεθαύριο… η ροή των πραγμάτων -το flow που λένε και οι ράπερς- είναι σπουδαία υπόθεση, άρα ακόμα κι αν στάσιμα μοιάζουν καμιά φορά τα νερά, υπάρχουν εσωτερικές διαδικασίες που δίνουν ορμή και φόρα και σπρώξιμο προς το μέλλον, άλλοτε για κάτι διαφορετικό, άλλοτε για κάτι γνώριμο, όμως με στόχευση και διάθεση «καλής ροής». Το να κοιτάς μπροστά χωρίς ν’ αφήνεις τις εμμονές του παρελθόντος και τη νοσταλγία να σε δηλητηριάζουν ή να σε καθηλώνουν, αποτελεί προτέρημα και προνόμιο, νομίζω. Ή έστω, μια καλή πρακτική.

Εάν η «Μητέρα Φάλαινα Τυφλή» ήταν βιβλίο ποιο βιβλίο θα ήταν και γιατί;

Εύκολη απάντηση: το Moby Dick του Herman Melville, ως άλλοι Captain Ahab -«αχάμπαροι»!- να κυνηγάμε αυτό που πραγματικά είμαστε. Δύσκολη απάντηση: Το Ζεν και η τέχνη της συντήρησης της μοτοσικλέτας του Robert Pirsig, κυρίως ως προς τη διαχείριση και τη φιλοσοφία πίσω από την αφαίρεση και την πίστη στην έννοια του απέριττου μέσα σ’ ένα τόσο μαξιμαλιστικό περιβάλλον όπως αυτό της Μητέρας Φάλαινας Τυφλής.

Εάν η «Μητέρα Φάλαινα Τυφλή» ήταν ταινία, ποια ταινία θα ήταν και γιατί;

Εάν θα έπρεπε να είναι μία μόνο ταινία, τότε Η μέρα της μαρμότας του Χάρολντ Ράμις. Ε, το να έχεις όσες ευκαιρίες χρειάζεσαι για να κάνεις το σωστό, δεν το λες και κακό, κι ας επαναλαμβάνεις τα λάθη σου κάθε μέρα. «Όχι λάθη, πάντα λάθη» κατά τους Χειμερινούς Κολυμβητές.

Ποιο τραγούδι θα θέλατε να είχατε γράψει και γιατί;

Το Mother Whale Eyeless του Brian Eno… στα ελληνικά! Για να το ηχογραφήσουμε και να του του στείλουμε, να μας πει αν του αρέσει. Τελικά, δεν το κάναμε ποτέ, κι ας υπάρχει κάπου αυτή η μεταφραστική απόπειρα που είχα κάνει τότε παλιά…

Ποιο είναι το live από αυτή την πορεία των 20 χρόνων που θυμάστε πιο έντονα και γιατί;

Νομίζω πως ξεχωρίζει η εμφάνισή μας με τον Chris Eckman των Walkabouts τον Φλεβάρη του 2015 στο SIX d.o.g.s. Η αγωνία και η αδημονία που είχαμε καθώς δουλεύαμε ένα μεγάλο κομμάτι του ρεπερτορίου της μπάντας του Chris, μα και τραγούδια από την προσωπική του δισκογραφία, για να τα παρουσιάσουμε μαζί του, ύστερα από αρκετό καιρό που είχαν να παιχτούν ζωντανά, οπουδήποτε στον κόσμο, ήταν σοβαρή υπόθεση. Ήταν μία συναυλία που δεν θα ξεχάσω ποτέ, με στιγμές που μας καθόρισαν και για τις οποίες είμαστε περήφανες και περήφανοι.

Τι να περιμένουμε από το live στο Κύτταρο; Θα έχουμε εκπλήξεις;

Θα παίξουμε τα περισσότερα τραγούδια της Μητέρας Φάλαινας Τυφλής από τα δύο άλμπουμ μας Ορχήστρα στο βυθό (2010) και Ναυάγια στη στεριά (2014), ενώ δεν θα λείψουν και αγαπημένες μας διασκευές, ενορχηστρωμένες με την αισθητική και τα ηχοχρώματα της Φάλαινας. Εννοείται πως θα έχουμε και καλεσμένες και καλεσμένους, φίλες και φίλους μαζί μας επί σκηνής, και καθώς πλησιάζει η 19η Σεπτέμβρη, οι εκπλήξεις θα πάψουν να είναι εκπλήξεις: θα τα ομολογήσουμε όλα ή τουλάχιστον, σχεδόν όλα…

Τι κρατάει μαζί μια μπάντα μετά από 20 χρόνια;

Σου είπα: το όραμα, η αγάπη, η φιλία, το χιούμορ, η μοιρασιά και το φαγητό. Α, και τα τραγούδια!

Τι ελπίζετε να είναι η «Μητέρα Φάλαινα Τυφλή» όταν συμπληρώσει τα 30 χρόνια πορείας;

30 χρόνια αναδύσεις, ε; Δεν θα τα πεις και λίγα. Εύχομαι να βαδίσουμε στα χνάρια των Ημισκουμπρίων και να έχουμε και 30 χρόνια επιτυχίες! Για την ώρα, ραντεβού στο Κύτταρο!

Πληροφορίες

ΜΗΤΕΡΑ ΦΑΛΑΙΝΑ ΤΥΦΛΗ LIVE ΣΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ – 20 ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΑΔΥΣΕΙΣ

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026 Πόρτες: 20:30 / Ανάδυση: 21:00 / Προπώληση 12€ / Ταμείο 14€

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy