Από τους Έλληνες «τζαμπατζήδες» έως το «όλοι μας ή κανείς», ο κορυφαίος κοινωνιολόγος πέρασε μια ζωή αναζητώντας τι συμβαίνει όταν το ατομικό συμφέρον επικρατεί του συλλογικού καλού.
Τον Οκτώβριο του 2025, στην ομιλία υποδοχής του στην Ακαδημία Αθηνών, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς επέστρεψε στα δεκατέσσερά του χρόνια. Στην ίδια αίθουσα τον είχε οδηγήσει ο θείος του, ο ακαδημαϊκός Καίσαρ Αλεξόπουλος. Μίλησε για τον άνθρωπο που του έμαθε κολύμπι, τον πήρε στις βουνοκορφές και τον δίδαξε να αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμη και για την ύπαρξη των Θεών. Τον έμαθε να προτιμά να τον αδικούν από το να αδικεί ο ίδιος. Η αμφιβολία ως καθήκον και η δικαιοσύνη ως προσωπικό όριο: το πιο ακριβές πορτρέτο του βρισκόταν σε αυτή την παιδική ανάμνηση. Ο θάνατός του στα 89, αφαιρεί από τη δημόσια ζωή κάτι σπανιότερο από έναν διακεκριμένο πανεπιστημιακό. Άλλαξε τη γλώσσα με την οποία η Ελλάδα συζητά για τον εαυτό της. Το κράτος, η οικογένεια, η εκπαίδευση, η εργασία και το έθνος έπαψαν στα βιβλία του να μοιάζουν με ασύνδετες παραξενιές ή να εξηγούνται με την τεμπέλικη βεβαιότητα ότι «έτσι είναι ο Έλληνας».
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937, σε αστική οικογένεια με βαθιά σχέση με τη νομική και την πολιτική. Δεν έκρυψε ότι υπήρξε προστατευμένο παιδί της Κατοχής. Βρέθηκε ωστόσο μικρός στη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη, καθώς ο πατέρας του ήταν ένας από τους δικηγόρους του. Όταν τον ρώτησε τι θα του κάνουν, εκείνος απάντησε ότι θα τον εκτελέσουν για τις ιδέες του. Ο Τσουκαλάς θεωρούσε πως εκείνη η φράση τον έστρεψε προς την Αριστερά. Σπούδασε Νομική και συνέχισε στο εξωτερικό, όμως η δικτατορία ήταν εκείνη που έβαλε τέλος στην παρατεταμένη νεότητά του. Όπως είπε στην Ακαδημία, ένιωσε ότι έπρεπε να αναλάβει «το βάρος της ύπαρξής» του. Η χούντα τον ανάγκασε να φύγει, αλλά του έδωσε και το θέμα που τον μετέτρεψε σε συγγραφέα. Η Ελληνική Τραγωδία, που του ανέθεσε ο γνωστός εκδοτικός οίκος Penguin για να εξηγήσει πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε στη δικτατορία, κυκλοφόρησε το 1969, μεταφράστηκε και τον καθιέρωσε διεθνώς. Μετά το Παρίσι επέστρεψε για να διδάξει στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα. Το πραγματικό εργαστήριό του παρέμεινε η ελληνική κοινωνία.

Από τα πρώτα του κείμενα αμφισβήτησε την πεποίθηση ότι η επέκταση της εκπαίδευσης οδηγεί από μόνη της σε περισσότερη ισότητα. Στην Εξάρτηση και αναπαραγωγή συνέδεσε το πανεπιστήμιο με τη συγκρότηση του κράτους, τις οικογενειακές στρατηγικές και την προσδοκία μιας ασφαλούς θέσης στο Δημόσιο. Η επιθυμία για ένα πτυχίο δεν εξέφραζε πάντοτε δίψα για γνώση. Συχνά αποτελούσε επένδυση σε καλύτερο εισόδημα, κοινωνικό κύρος και προστασία από την αβεβαιότητα. Από αυτή τη σχέση ανάμεσα στην ατομική επιδίωξη και στον δημόσιο θεσμό γεννήθηκε η προβληματική που θα διατρέξει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Στους Τζαμπατζήδες στη χώρα των θαυμάτων το 1993, έθεσε το παράδοξο που εξακολουθεί να μας καταδιώκει: γιατί οι Έλληνες εμφανίζονται τόσο αποτελεσματικοί όταν επιδιώκουν ατομικούς ή οικογενειακούς στόχους και τόσο αδύναμοι όταν καλούνται να υπηρετήσουν έναν συλλογικό σκοπό;
Δεν αναζήτησε την απάντηση στον εθνικό χαρακτήρα αλλά στους θεσμούς. Ένα κράτος που μοίραζε προστασία, προσόδους και προνόμια μέσω πελατειακών δικτύων εκπαίδευε τους πολίτες να το αντιμετωπίζουν ως ευκαιρία ατομικού οφέλους και ταυτόχρονα ως εχθρική δύναμη. Ο πολίτης ζητούσε από το συλλογικό ό,τι μπορούσε να πάρει, χωρίς να πιστεύει ότι του οφείλει κάτι αντίστοιχο. Προειδοποίησε ότι οι εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να φορτώσουν το μεγαλύτερο βάρος στους φτωχότερους, ενώ οι ισχυροί συνεχίζουν να συμπεριφέρονται ως πάτρωνες. Γνώριζε ότι πίσω από το κάλεσμα για συλλογική υπευθυνότητα κρύβεται συχνά μια άνιση κατανομή του κόστους. Το ίδιο ενδιαφέρον για τους μηχανισμούς της συλλογικής ένταξης τον οδήγησε αργότερα στην Εξουσία ως λαός και ως έθνος, όπου στράφηκε προς λέξεις που χρησιμοποιούμε σαν να υπήρχαν από πάντα. Ο λαός, το έθνος και το γενικό συμφέρον εξετάστηκαν ως ιστορικές κατασκευές που οργανώνουν την εξουσία και καθορίζουν ποιος ανήκει στο «εμείς».

Από εκεί προέκυψε και η ανάλυσή του για τον ρατσισμό. Δεν τον αντιμετώπισε ως πρωτόγονο κατάλοιπο που η νεωτερικότητα απέτυχε να εξαφανίσει, αλλά ως προϊόν της ίδιας της σύγχρονης κοινωνίας: της σύγκρουσης ανάμεσα στα οικουμενικά δικαιώματα του ανθρώπου και στην απαίτηση του έθνους να εμφανίζεται ενιαίο και πολιτισμικά ομοιογενές. Ο ρατσισμός επομένως δεν ήταν μόνο ζήτημα προκατάληψης. Ήταν και πρόβλημα θεσμών. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, αυτή η ανάγνωση της ελληνικής κοινωνίας άρχισε στη σκέψη του να μοιάζει με πρόδρομη μορφή ενός παγκόσμιου αδιεξόδου. Στον Αόρατο Λεβιάθαν περιέγραψε ένα εξουσιαστικό σύστημα χωρίς συγκεκριμένο πρόσωπο. Η αγορά αποδεσμεύεται από τους ηθικούς και πολιτικούς περιορισμούς, η εργασία χάνει τη σταθερότητά της και ο άνθρωπος μαθαίνει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του σαν μονάδα διαρκούς απόδοσης. Κάθε αποτυχία χρεώνεται στο άτομο, ακόμη και όταν οι όροι του παιχνιδιού έχουν οριστεί πολύ μακριά από αυτό.
Στην ομιλία της Ακαδημίας όλες αυτές οι διαδρομές συναντήθηκαν. Ο Τσουκαλάς ξεκίνησε από μια λέξη με θρησκευτικό κύρος: την ανάπτυξη. Οι κοινωνίες έμαθαν να ταυτίζουν την πρόοδο με την οικονομική μεγέθυνση και το καλύτερο έγινε συνώνυμο του περισσότερου. Η μεταβολή πέρασε και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Η ελευθερία αποσπάστηκε από την ισότητα και την αδελφοσύνη και μετατράπηκε σε δικαίωμα απεριόριστης επιθυμίας. Ο καθένας καλείται να θέλει περισσότερα, να ανταγωνίζεται και να θεωρεί αποκλειστικά υπεύθυνο τον εαυτό του όταν αποτυγχάνει. Ο άλλος παύει να είναι ο πλησίον και γίνεται αντίπαλος ή εμπόδιο. Η κλιματική κρίση αποκάλυψε το αδιέξοδο αυτής της λογικής. Κράτη, επιχειρήσεις και πολίτες γνωρίζουν ότι η κοινή επιβίωση απαιτεί περιορισμούς, αλλά κανείς δεν θέλει να αναλάβει το κόστος. Όλοι επιθυμούν να περιοριστεί η ανάπτυξη των άλλων, αρκεί η δική τους να συνεχιστεί. Οι Έλληνες τζαμπατζήδες είχαν πλέον γίνει λαθρεπιβάτες της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Η σκέψη του δεν ήταν απρόσβλητη από κριτική. Η γλώσσα του γινόταν συχνά πυκνή και δαιδαλώδης, ενώ το εύρος της σκέψης του κινδύνευε να εξηγεί τόσα πολλά, ώστε να αφήνει λίγο χώρο στο απρόβλεπτο. Κατηγορήθηκε ότι υπερτόνισε την ελληνική εξαίρεση και τις ξένες εξαρτήσεις. Το έργο του άντεξε επειδή μπορούσε να προκαλεί τέτοιες συγκρούσεις. Δεν ζητούσε πίστη. Ζητούσε αντίλογο. Άλλωστε ακόμη και στην ύστερη αναγνώριση της Ακαδημίας, δεν παρουσίασε τη ζωή του σαν ευθεία πορεία προς τη δικαίωση. Μίλησε για συμπτώσεις, αμηχανίες και μεταμορφώσεις, για έναν άνθρωπο που έμαθε να απολαμβάνει τις αντιφάσεις του και να κινείται «υπό δημιουργική αίρεση». Δεν πρόσφερε ούτε στο τέλος μια έτοιμη λύση. Επέμενε στην ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου και μιας διαφορετικής αντίληψης της προόδου, όπου το ανθρώπινο «αρκετό» θα μπορούσε να αντισταθεί στο ακόρεστο «περισσότερο». Είχε ξεκινήσει από την ελληνική οικογένεια, το πανεπιστήμιο και το πελατειακό κράτος και είχε φτάσει στην παγκόσμια αγορά, στην κλιματική κρίση και στην επιβίωση του πλανήτη. Το ερώτημα παρέμεινε το ίδιο: μπορεί να υπάρξει ελευθερία χωρίς ευθύνη απέναντι στους άλλους;
Η τελευταία του απάντηση ήταν η πιο λιτή. Το πραγματικό δίλημμα των ανθρώπων δεν βρίσκεται πια ανάμεσα στη συντήρηση και τη μεταρρύθμιση, στη Δεξιά και την Αριστερά, στους πλούσιους και τους φτωχούς. Βρίσκεται ανάμεσα στο «όλοι μας» και στο «κανείς».







