Το WORLD CUP CULTURE επιστρέφει στα Παγκόσμια Κύπελλα που διαμόρφωσαν τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Από το Μοντεβιδέο του 1930 μέχρι το Κατάρ του 2022, κάθε Μουντιάλ λέει κάτι πολύ περισσότερο από μια ποδοσφαιρική ιστορία. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970 είναι η ιστορία της πρώτης πραγματικά παγκόσμιας τηλεοπτικής διοργάνωσης, της ομάδας που πολλοί θεωρούν κορυφαία όλων των εποχών και του Πελέ τη στιγμή που μετατράπηκε από ποδοσφαιριστή σε παγκόσμιο σύμβολο.
Το καλοκαίρι του 1970 το ποδόσφαιρο απέκτησε νέο κοινό. Όχι επειδή το άθλημα άλλαξε. Επειδή άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο το έβλεπαν οι άνθρωποι. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εκατομμύρια θεατές παρακολουθούσαν τους αγώνες σε έγχρωμη τηλεόραση. Οι δορυφορικές μεταδόσεις μετέφεραν εικόνες από το Μεξικό σε κάθε γωνιά του πλανήτη και το Μουντιάλ έπαψε να είναι ένα γεγονός που ζούσαν μόνο όσοι βρίσκονταν στα γήπεδα ή διάβαζαν τις εφημερίδες της επόμενης ημέρας. Το ποδόσφαιρο άρχισε να γίνεται κοινή παγκόσμια εμπειρία.
Για πολλούς θεατές, το Μεξικό δεν ήταν απλώς ένα ακόμη Μουντιάλ. Σε αρκετά σπίτια η τηλεόραση παρέμενε ακόμη ασπρόμαυρη. Όσοι όμως είχαν ήδη περάσει στην έγχρωμη εποχή είδαν για πρώτη φορά το κίτρινο της Βραζιλίας να λάμπει κάτω από τον μεξικανικό ήλιο. Το Αζτέκα έμοιαζε μεγαλύτερο, ο ουρανός πιο φωτεινός και οι ποδοσφαιριστές πιο κοντινοί από ποτέ. Ακόμη και σήμερα, οι εικόνες του 1970 μοιάζουν να έχουν κρατήσει κάτι από εκείνο το καλοκαίρι.

Μέχρι τότε οι μεγάλοι θρύλοι του ποδοσφαίρου ζούσαν κυρίως μέσα από αφηγήσεις. Οι περισσότεροι φίλαθλοι δεν είχαν δει ποτέ τον Ματίας Σίντελαρ, τον Τζουζέπε Μεάτσα ή τον Φέρεντς Πούσκας. Τους γνώριζαν μέσα από φωτογραφίες, εφημερίδες και ιστορίες. Το 1970 ήταν διαφορετικό. Για πρώτη φορά, ολόκληρος ο κόσμος μπορούσε να δει τον ίδιο αγώνα σχεδόν ταυτόχρονα. Η δεκαετία του 1960 είχε ήδη μεταμορφώσει τον πλανήτη. Η τηλεόραση είχε μπει στα σπίτια, η αποστολή στο φεγγάρι είχε μεταδοθεί ζωντανά και οι εικόνες από τον πόλεμο του Βιετνάμ ταξίδευαν καθημερινά σε εκατομμύρια οθόνες. Το Μεξικό του 1970 ανήκε στην ίδια εποχή. Ήταν το πρώτο Μουντιάλ της παγκοσμιοποίησης πριν ακόμη χρησιμοποιηθεί η λέξη.

Το 1970 βρισκόταν μόλις λίγους μήνες μετά την προσελήνωση του Apollo 11. Η ίδια τεχνολογία που είχε μεταφέρει εικόνες από τη Σελήνη μετέφερε τώρα εικόνες από τα γήπεδα του Μεξικού. Για πρώτη φορά στην ιστορία, ένας αθλητής μπορούσε να γίνει γνωστός σχεδόν ταυτόχρονα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η FIFA αντιλαμβανόταν τη σημασία αυτής της μετάβασης. Οι ώρες των αγώνων προσαρμόστηκαν στις ανάγκες των ευρωπαϊκών τηλεοπτικών δικτύων, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι οι ποδοσφαιριστές θα έπρεπε να αγωνιστούν κάτω από τον σκληρό μεξικανικό ήλιο. Ήταν μια απόφαση που σήμερα μοιάζει συνηθισμένη. Τότε όμως αποκάλυπτε κάτι νέο: το ποδόσφαιρο άρχιζε να προσαρμόζεται στις κάμερες. Κανείς δεν ταίριαζε περισσότερο σε αυτή τη νέα εποχή από τον Πελέ.
Στα 29 του χρόνια ήταν ήδη δύο φορές παγκόσμιος πρωταθλητής. Είχε εμφανιστεί ως παιδί-θαύμα στη Σουηδία το 1958 και είχε γίνει θρύλος πριν κλείσει τα είκοσι. Είχε τραυματιστεί το 1962 και είχε αποχωρήσει απογοητευμένος από το σκληρό Μουντιάλ της Αγγλίας το 1966. Μετά το τέλος εκείνης της διοργάνωσης είχε αφήσει να εννοηθεί ότι δεν θα ξαναφορούσε τη φανέλα της Βραζιλίας σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Τέσσερα χρόνια αργότερα βρισκόταν ξανά στη σκηνή. Αυτή τη φορά, όμως, δεν τον παρακολουθούσαν μόνο οι φίλαθλοι του ποδοσφαίρου. Τον παρακολουθούσε ολόκληρος ο κόσμος.
Πίσω από τη λάμψη υπήρχε μια χώρα που ζούσε διαφορετικά από ό,τι έδειχναν οι τηλεοπτικές εικόνες. Η Βραζιλία βρισκόταν υπό τη δικτατορία του Εμίλιο Μέντιτσι, σε μια περίοδο λογοκρισίας, διώξεων και φόβου. Ο ίδιος ο πρόεδρος παρακολουθούσε με πάθος το ποδόσφαιρο και επιδίωκε να συνδέσει το καθεστώς του με την εθνική ομάδα. Λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ, ο προπονητής Ζοάο Σαλντάνια απομακρύνθηκε από τη θέση του παρά την εξαιρετική πορεία στα προκριματικά. Τη θέση του πήρε ο Μάριο Ζαγκάλο. Το καθεστώς ήθελε να παρουσιάσει τη Σελεσάο ως απόδειξη εθνικής ενότητας. Το πρόβλημα ήταν ότι εκείνη η ομάδα αποδείχθηκε μεγαλύτερη από οποιαδήποτε πολιτική αφήγηση.
Η Βραζιλία στο Μεξικό έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματική. Ο Ζαϊρζίνιο σκόραρε σε κάθε παιχνίδι. Ο Ριβελίνο έδινε στην μπάλα φάλτσα που αψηφούσαν τη λογική. Ο Ζέρσον οργάνωνε το παιχνίδι με μια ηρεμία που έμοιαζε αδύνατη μέσα στον θόρυβο του γηπέδου. Ο Τοστάο συνέδεε τα πάντα. Και πάνω από όλους βρισκόταν ο Πελέ. Όμως η ομάδα δεν εντυπωσίαζε μόνο για το ταλέντο της. Έμοιαζε να παίζει με έναν τρόπο που δεν ταίριαζε στη σοβαρότητα της εποχής. Την ώρα που το ποδόσφαιρο γινόταν πιο οργανωμένο, πιο προσεκτικό και πιο πειθαρχημένο, η Βραζιλία συνέχιζε να αντιμετωπίζει το παιχνίδι σαν δημιουργική πράξη. Δεν ήταν αφέλεια. Ήταν αυτοπεποίθηση.
Καθώς το τουρνουά προχωρούσε, έγιναν στιγμές που θα έμεναν για πάντα χαραγμένες στη συλλογική μνήμη του αθλήματος. Η κεφαλιά του Πελέ και η απίθανη απόκρουση του Γκόρντον Μπανκς. Το σουτ του Πελέ από το κέντρο του γηπέδου απέναντι στην Τσεχοσλοβακία. Η προσποίηση χωρίς να αγγίξει την μπάλα απέναντι στον Ουρουγουανό τερματοφύλακα Μαζούρκιεβιτς. Το εντυπωσιακό είναι ότι καμία από αυτές τις φάσεις δεν κατέληξε σε γκολ, αλλά όλοι τις θυμούνται. Αυτό ακριβώς ήταν το νέο στοιχείο του 1970. Η τηλεόραση μπορούσε να μετατρέψει μια στιγμή σε μύθο ακόμη και όταν δεν άλλαζε το σκορ.

Στον ημιτελικό απέναντι στην Ουρουγουάη, η Βραζιλία αντιμετώπισε το φάντασμα του 1950. Είκοσι χρόνια μετά το Μαρακανάσο, οι δύο χώρες συναντιούνταν ξανά σε Μουντιάλ. Η νίκη με 3-1 λειτούργησε σαν μια καθυστερημένη απάντηση σε μια πληγή που δεν είχε κλείσει ποτέ ολοκληρωμένα. Στον τελικό την περίμενε η Ιταλία. Οι Ιταλοί είχαν φτάσει εκεί ύστερα από τον ημιτελικό με τη Δυτική Γερμανία που έμεινε γνωστός ως «ο αγώνας του αιώνα». Η Βραζιλία όμως έπαιζε εξωπραγματικό ποδόσφαιρο
Το γκολ του Πελέ με την κεφαλιά άνοιξε τον δρόμο. Ο Ζέρσον, ο Ζαϊρζίνιο και ο Κάρλος Αλμπέρτο ολοκλήρωσαν τη δουλειά. Το τέταρτο γκολ παραμένει ίσως η πιο διάσημη ομαδική φάση στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Μια αλληλουχία από πάσες που ξεκίνησε βαθιά στο βραζιλιάνικο μισό και κατέληξε στον Κάρλος Αλμπέρτο να στέλνει την μπάλα στα δίχτυα. Ακόμη και σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η φάση προβάλλεται σαν σύντομος ορισμός του όμορφου ποδοσφαίρου. Η Βραζιλία νίκησε 4-1 και κατέκτησε το τρίτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της. Ο Πελέ έγινε ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που κατέκτησε τρία Μουντιάλ ως παίκτης και το τρόπαιο Jules Rimet πέρασε οριστικά στην κατοχή της χώρας.
Η Βραζιλία του 1970 δεν ήταν η πρώτη σπουδαία ομάδα που εμφανίστηκε σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Πιθανότατα δεν ήταν καν η πρώτη μεγάλη βραζιάνικη ομάδα. Ήταν όμως η πρώτη που μπήκε ταυτόχρονα σε εκατομμύρια σπίτια. Αλλά το Μεξικό του 1970 δεν έμεινε στην ιστορία μόνο γι’ αυτά. Έμεινε στην ιστορία επειδή άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο θυμόμαστε το ποδόσφαιρο. Για πρώτη φορά οι φίλαθλοι δεν χρειάστηκε να φανταστούν τον μύθο. Μπορούσαν να τον δουν να κινείται μπροστά τους. Να σηκώνει το κεφάλι, να πασάρει, να χαμογελά. Ο Πελέ δεν έγινε απλώς διάσημος εκείνο το καλοκαίρι. Έγινε οικείος. Από εκείνο το σημείο και μετά το ποδόσφαιρο δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο.






