Ο Ρόδρι είχε κερδίσει το δικαίωμα να σηκώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο Τζάνι Ινφαντίνο και ο Ντόναλντ Τραμπ είχαν εξασφαλίσει ότι θα βρίσκονταν μέσα στην ίδια εικόνα. Όταν ο αρχηγός της Ισπανίας παρέλαβε το τρόπαιο στο γήπεδο του Νιου Τζέρσεϊ, ο πρόεδρος της FIFA και ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών παρέμειναν δίπλα του, παρά τις αποδοκιμασίες που ακούγονταν από τις εξέδρες. Η τελετή ανήκε στους παγκόσμιους πρωταθλητές, αλλά το τελευταίο καρέ του Μουντιάλ έμοιαζε να διεκδικείται από δύο άλλους άνδρες. Ο Τραμπ έμεινε στον αγωνιστικό χώρο ακόμη και όταν άρχισαν οι ισπανικοί πανηγυρισμοί.
Η εικόνα συνόψισε τη διοργάνωση καλύτερα από οποιαδήποτε ομιλία. Το Μουντιάλ του 2026 υπήρξε η πληρέστερη έκφραση του τρόπου με τον οποίο ο Ινφαντίνο αντιλαμβάνεται το ποδόσφαιρο και την εξουσία που το συνοδεύει. Τρεις χώρες, 48 ομάδες, 104 αγώνες, γεμάτα γήπεδα παρά τις εξωφρενικές τιμές αρκετών εισιτηρίων και έσοδα που ξεπέρασαν τις αρχικές προσδοκίες. Περισσότεροι από 6,6 εκατομμύρια θεατές πέρασαν από τις εξέδρες, αριθμός-ρεκόρ στην ιστορία της διοργάνωσης. Στο Trump Tower, λίγο πριν από τον τελικό, ο πρόεδρος της FIFA το χαρακτήρισε «το μεγαλύτερο ανθρώπινο, κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός που έχει δει ποτέ η ανθρωπότητα». Η ίδια η FIFA παρουσίασε τη διοργάνωση ως επιτυχία που υπερέβη κάθε προσδοκία.

Η υπερβολή αποτελεί πλέον μέρος της πολιτικής γλώσσας του Ινφαντίνο. Κάθε νέο τουρνουά πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το προηγούμενο, κάθε αριθμός να καταρρίπτει ένα ρεκόρ, κάθε εμπορική συμφωνία να παρουσιάζεται ως υπηρεσία προς την παγκόσμια οικογένεια του ποδοσφαίρου. Η επέκταση δεν αποτελεί μέσο για να επιτευχθεί κάτι άλλο. Έχει γίνει το ίδιο το πρόγραμμα διακυβέρνησης της FIFA. Περισσότερες ομάδες σημαίνουν περισσότερες χώρες που συμμετέχουν, περισσότερες ομοσπονδίες που αισθάνονται ότι κερδίζουν και περισσότερες ψήφους πρόθυμες να στηρίξουν τον άνθρωπο που άνοιξε την πόρτα.
Ο Ινφαντίνο έζησε το Μουντιάλ σαν ηγέτης που επιθεωρεί την επικράτειά του. Διέσχισε τη Βόρεια Αμερική με ένα Gulfstream G650 από τον στόλο της κυβέρνησης του Κατάρ, το οποίο διαχειρίζεται ο ιδιωτικός βραχίονας της Qatar Airways, χορηγού της FIFA. Πέταξε σχεδόν 96.000 χιλιόμετρα, πέρασε περισσότερες από 100 ώρες στον αέρα και κάλυψε απόσταση ίση με περίπου δυόμισι περιφορές της Γης. Το αεροσκάφος πραγματοποιούσε κατά μέσο όρο περισσότερες από μία πτήσεις την ημέρα, ώστε ο πρόεδρος να προλαβαίνει αγώνες, συναντήσεις και δημόσιες εμφανίσεις. Η ανάλυση των πτήσεων από το Associated Press αποκάλυψε μια περιοδεία που έμοιαζε περισσότερο με επίδειξη παρουσίας παρά με διοικητική ανάγκη.
Ακόμη και όταν καθόταν στην εξέδρα, η τηλεοπτική παραγωγή φρόντιζε να υπενθυμίζει ότι βρισκόταν εκεί. Η συμφωνία της FIFA με την Host Broadcast Services προβλέπει την προβολή των υψηλότερων αξιωματούχων σε κάθε ημίχρονο. Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι η κάμερα αναζητούσε συστηματικά τον Ινφαντίνο. Ο πρόεδρος δεν ήταν πλέον ο διαχειριστής πίσω από τη διοργάνωση. Είχε γίνει ένας από τους πρωταγωνιστές της μετάδοσης. Στο εσωτερικό της FIFA, ορισμένοι εργαζόμενοι τον αποκαλούν απλώς «P», από τη λέξη president. Το παρατσούκλι ακούγεται μικρό, σχεδόν αθώο. Περιγράφει όμως έναν οργανισμό στον οποίο το αξίωμα και ο άνθρωπος έχουν αρχίσει να συγχέονται.
Διαβάστε και αυτό από World Cup Culture:
Η στιγμή που απείλησε περισσότερο αυτή την εικόνα δεν συνέβη σε κάποιο ιδιωτικό αεροπλάνο ή πολυτελές ξενοδοχείο. Ξεκίνησε με την αποβολή του Φόλαριν Μπαλογκάν στον αγώνα των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Η κόκκινη κάρτα συνοδευόταν από αυτόματο αποκλεισμό μίας αγωνιστικής, κάτι που θα κρατούσε τον Αμερικανό επιθετικό έξω από τον κρίσιμο αγώνα με το Βέλγιο. Ο Τραμπ τηλεφώνησε προσωπικά στον Ινφαντίνο και του ζήτησε να εξεταστεί ξανά η υπόθεση. Λίγο αργότερα, η Πειθαρχική Επιτροπή της FIFA ανέστειλε για έναν χρόνο την εκτέλεση της ποινής, επιτρέποντας στον Μπαλογκάν να αγωνιστεί. Η FIFA υποστηρίζει ότι το πειθαρχικό της όργανο είναι ανεξάρτητο και η χρονική ακολουθία των γεγονότων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ο Ινφαντίνο έδωσε εντολή ή επηρέασε την απόφαση. Η δημοσιογραφική σοβαρότητα απαιτεί να μην παρουσιάζουμε μια υποψία ως βεβαιότητα.
Η αξιοπιστία ενός θεσμού, ωστόσο, δεν εξαρτάται μόνο από όσα μπορούν να αποδειχθούν σε μια δικαστική αίθουσα. Εξαρτάται και από την εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους. Όταν ένας πρόεδρος έχει προσωπική πρόσβαση στον επικεφαλής της διοργάνωσης και ακολουθεί μια πρωτοφανής απόφαση υπέρ της ομάδας της χώρας του, η εντύπωση της πολιτικής παρέμβασης δημιουργείται πριν ακόμη ερευνηθεί η πραγματική διαδρομή της υπόθεσης.
Η UEFA δεν άφησε περιθώρια διπλής ανάγνωσης. Χαρακτήρισε την απόφαση «πρωτοφανή, ακατανόητη και αδικαιολόγητη» και δήλωσε ότι η FIFA είχε περάσει μια «κόκκινη γραμμή». Υπενθύμισε πως η αυτόματη τιμωρία μετά από κόκκινη κάρτα δεν αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας και ότι άλλοι παίκτες στο ίδιο τουρνουά είχαν εκτίσει κανονικά τις ποινές τους. «Όταν η βεβαιότητα των κανόνων δεν διασφαλίζεται από εκείνους που οφείλουν να τους προστατεύουν, η ακεραιότητα του παιχνιδιού τίθεται σε κίνδυνο», ανέφερε στην επίσημη ανακοίνωσή της.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ηττήθηκαν τελικά με 4-1 από το Βέλγιο και αποκλείστηκαν. Το αποτέλεσμα περιόρισε τις πρακτικές συνέπειες της απόφασης, δεν αποκατέστησε όμως τη ζημιά. Ο Αλεξάντερ Τσέφεριν απουσίασε από τον τελικό, καθώς η ένταση μεταξύ UEFA και FIFA είχε πλέον ξεπεράσει τη συνήθη σύγκρουση για το αγωνιστικό ημερολόγιο και τα οικονομικά συμφέροντα. Η υπόθεση Μπαλογκάν ακούμπησε κάτι βαθύτερο: τη δυνατότητα της FIFA να πείθει ότι οι κανονισμοί της δεν προσαρμόζονται στις ανάγκες του ισχυρότερου επισκέπτη.
Η σχέση του Ινφαντίνο με τον Τραμπ είχε από καιρό εγκαταλείψει την απόσταση που συνήθως διατηρεί ένας διεθνής αθλητικός οργανισμός από μια πολιτική κυβέρνηση. Η FIFA νοικιάζει χώρους στο Trump Tower. Τον Δεκέμβριο είχε απονείμει στον Αμερικανό πρόεδρο το νεοσύστατο Βραβείο Ειρήνης της. Παραμονές του τελικού, οι δύο άνδρες εμφανίστηκαν μαζί στο ίδιο κτίριο, με τον Ινφαντίνο να ζητά από το ακροατήριο να χειροκροτήσει τον Τραμπ και τον τελευταίο να τον ευχαριστεί δημοσίως για «άλλη μία σπουδαία απόφαση», αναφερόμενος στην υπόθεση Μπαλογκάν. Καμία παγκόσμια διοργάνωση τέτοιου μεγέθους δεν μπορεί να διεξαχθεί χωρίς στενή συνεργασία με την κυβέρνηση της χώρας που τη φιλοξενεί. Οι βίζες, η ασφάλεια, οι μετακινήσεις και η είσοδος εκατομμυρίων επισκεπτών απαιτούν συνεχή πολιτική συνεννόηση. Άλλο, όμως, η θεσμική συνεργασία και άλλο η προσωπική οικειότητα που επιτρέπει σε έναν πρόεδρο να σηκώνει το τηλέφωνο για μια αγωνιστική ποινή. Σε εκείνο το τηλεφώνημα χάθηκε η απόσταση που χρειαζόταν η FIFA για να υπερασπιστεί πειστικά την ανεξαρτησία της.

Ο Ινφαντίνο παραμένει ισχυρός επειδή η δική του πολιτική επιβίωση δεν κρίνεται στην εξέδρα ούτε στα πρωτοσέλιδα. Κρίνεται από τις περισσότερες από 200 εθνικές ομοσπονδίες που εκλέγουν τον πρόεδρο της FIFA και εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τα χρήματα που μοιράζει ο οργανισμός. Όσο τα έσοδα αυξάνονται και το Παγκόσμιο Κύπελλο προσφέρει θέση σε περισσότερες χώρες, η δυσαρέσκεια της UEFA, των ποδοσφαιριστών ή των φιλάθλων δύσκολα μετατρέπεται σε πραγματική πολιτική απειλή. Η συζήτηση για νέα επέκταση σε 64 ομάδες το 2030 έχει ήδη ανοίξει, πριν καν αποτιμηθούν πλήρως οι συνέπειες της πρώτης διοργάνωσης των 48.
Θα ήταν εύκολο να αποδοθούν όλα αυτά στη ματαιοδοξία ενός ισχυρού άνδρα. Μια τέτοια ερμηνεία, όμως, θα ήταν βολική και ανεπαρκής. Ο Ινφαντίνο δεν βρίσκεται εκεί επειδή επέβαλε μόνος του την παρουσία του. Βρίσκεται επειδή το σύστημα της FIFA επιβραβεύει ακριβώς αυτό το είδος ηγεσίας. Οι περισσότερες από 200 εθνικές ομοσπονδίες που εκλέγουν τον πρόεδρο δεν αξιολογούν κυρίως τη δημόσια εικόνα του. Αξιολογούν τη ροή χρημάτων προς το ποδόσφαιρό τους, τη συμμετοχή στις διοργανώσεις, τις αναπτυξιακές επιχορηγήσεις και την πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων. Όσο τα έσοδα αυξάνονται και τα ποσά που διανέμονται μεγαλώνουν, η πολιτική θέση του Ινφαντίνο παραμένει εξαιρετικά ισχυρή.

Αυτό είναι το σημείο όπου η κοινή γνώμη συχνά παρεξηγεί τη FIFA. Η οργή των φιλάθλων, η κριτική των μέσων ενημέρωσης και οι αντιδράσεις των ευρωπαϊκών θεσμών μπορεί να πλήξουν τη φήμη της, αλλά δεν μεταβάλλουν αναγκαστικά τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της. Ο πρόεδρος της FIFA δεν χρειάζεται να είναι αγαπητός. Χρειάζεται να παραμένει χρήσιμος σε εκείνους που τον εκλέγουν.
Ο Ινφαντίνο έχει ήδη εκφράσει την πρόθεσή του να διεκδικήσει μία ακόμη θητεία, την τελευταία που του επιτρέπουν οι κανονισμοί. Έχει επίσης ανοίξει τη συζήτηση για ένα Παγκόσμιο Κύπελλο 64 ομάδων το 2030. Πριν από λίγα χρόνια, η ιδέα θα ακουγόταν υπερβολική. Μετά την εμπορική επιτυχία της πρώτης διοργάνωσης των 48 ομάδων, μπορεί πλέον να παρουσιαστεί ως λογικό επόμενο βήμα. Αυτός είναι ο μηχανισμός μέσα από τον οποίο η FIFA μεγαλώνει εδώ και δεκαετίες. Κάθε επέκταση νομιμοποιεί την επόμενη. Κάθε αύξηση εσόδων γίνεται επιχείρημα για ακόμη περισσότερους αγώνες, περισσότερες χώρες, περισσότερους χορηγούς και μεγαλύτερη πολιτική εμπλοκή. Το όριο δεν καθορίζεται από το τι αντέχει το ποδόσφαιρο, αλλά από το τι μπορεί να απορροφήσει η αγορά.

Το Μουντιάλ του 2026 πρόσφερε σπουδαίους αγώνες. Αυτό έχει σημασία. Η ποιότητα του ποδοσφαίρου δεν ήταν ένα διαφημιστικό τέχνασμα και οι συγκινήσεις δεν ήταν κατασκευασμένες. Η Ισπανία κέρδισε δίκαια ένα σπουδαίο τρόπαιο και εκατομμύρια άνθρωποι έζησαν για ακόμη μία φορά εκείνη τη σπάνια αίσθηση κοινής παγκόσμιας εμπειρίας που μόνο ένα Μουντιάλ μπορεί να δημιουργήσει. Ακριβώς αυτή η δύναμη του παιχνιδιού κάνει τη FIFA τόσο ισχυρή. Όσο το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να παράγει συγκίνηση, ο οργανισμός που το διαχειρίζεται μπορεί να απορροφά σχεδόν κάθε κριτική. Η μπάλα κυλά, τα γήπεδα γεμίζουν και οι εικόνες των αγώνων σκεπάζουν για λίγο όσα συμβαίνουν στις αίθουσες όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Ο Τζάνι Ινφαντίνο δεν εφηύρε αυτή την πραγματικότητα. Ο Αβελάνζ δημιούργησε την εμπορική μηχανή. Ο Μπλάτερ μετέτρεψε τη μηχανή σε παγκόσμιο σύστημα εξουσίας. Ο Ινφαντίνο της έδωσε το πρόσωπο της σύγχρονης εποχής: περισσότερη εικόνα, περισσότερη αγορά, περισσότερη πολιτική και λιγότερη ανάγκη για προσχήματα. Η μεγάλη του επιτυχία δεν είναι μόνο ότι διεύρυνε το Μουντιάλ ή ότι αύξησε τα έσοδα της FIFA. Είναι ότι έκανε αυτή τη διεύρυνση να μοιάζει αναπόφευκτη. Μετέτρεψε κάθε ένσταση σε αντίσταση απέναντι στην πρόοδο και κάθε εμπορική υπερβολή σε επένδυση για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο.
Το 2026 θα μπορούσε να είναι το Μουντιάλ στο οποίο ο Ινφαντίνο στεφθηκε αδιαμφισβήτητος νικητής. Η υπόθεση Μπάλογκαν άφησε έναν λεκέ πάνω σε αυτή την εικόνα, επειδή αποκάλυψε πόσο λεπτή έχει γίνει η γραμμή ανάμεσα στη θεσμική συνεργασία και την πολιτική εξάρτηση. Δεν είναι βέβαιο ότι αυτό θα του κοστίσει. Η ιστορία της FIFA δείχνει ότι η φήμη και η εξουσία δεν κινούνται πάντα μαζί. Ένας πρόεδρος μπορεί να χάνει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης και ταυτόχρονα να ενισχύει τη θέση του μέσα στον οργανισμό. Αυτό είναι τελικά το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα του Μουντιάλ. Η FIFA δεν έγινε ισχυρότερη από το ποδόσφαιρο επειδή μπορεί να αλλάζει τους κανόνες του. Έγινε ισχυρότερη επειδή έμαθε να χρησιμοποιεί τη δύναμη του παιχνιδιού ώστε να μην αναγκάζεται να λογοδοτεί πραγματικά για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω του.
Και ο Τζάνι Ινφαντίνο είναι ο ιδανικός πρόεδρος αυτής της εποχής. Όχι επειδή αγαπά περισσότερο το ποδόσφαιρο από τους προκατόχους του, ούτε επειδή είναι απαραίτητα πιο κυνικός. Αλλά επειδή κατάλαβε καλύτερα από όλους ότι η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται να κρύβεται. Αρκεί να βρίσκεται διαρκώς μέσα στο κάδρο. Η έντιμη αποτίμηση του Μουντιάλ χρειάζεται να χωρέσει δύο αλήθειες. Το ποδόσφαιρο ήταν συχνά εξαιρετικό και η διοργάνωση πέτυχε εμπορικά. Η επιτυχία αυτή δεν σβήνει τις πολιτικές παρεμβάσεις, την επίδειξη πλούτου ή τη σταδιακή προσωποποίηση της FIFA. Αντιθέτως, τις κάνει πιο σημαντικές. Ένας αποτυχημένος πρόεδρος αργά ή γρήγορα απομακρύνεται. Ένας πρόεδρος που γεμίζει τα ταμεία και τα γήπεδα μπορεί να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματα ως άδεια για να ξεπεράσει σχεδόν κάθε όριο.
Το Μουντιάλ του 2026 έδωσε στον Τζάνι Ινφαντίνο όλα όσα επιδίωκε: μέγεθος, χρήματα, παγκόσμια προβολή και πολιτική ισχύ. Του αφαίρεσε όμως το επιχείρημα ότι η FIFA στέκεται σε ασφαλή απόσταση από τις κυβερνήσεις. Όταν ένας θεσμός αρχίζει να μοιάζει υπερβολικά με τον πρόεδρό του, κάθε προσωπικό τηλεφώνημα ακούγεται σαν εντολή.







