Η Μάργκο Τσάνινγκ είναι σαράντα ετών και το μεγαλύτερο πρόβλημά της δεν είναι ότι έχασε το ταλέντο της. Είναι ότι οι άνθρωποι γύρω της έχουν αρχίσει να μετρούν τα χρόνια της αντί για τις επιτυχίες της. Πριν προλάβει να μιλήσει, οι άλλοι έχουν ήδη αποφασίσει τι φοβάται. Όταν θυμώνει, είναι δύσκολη. Όταν δυσπιστεί, ζηλεύει. Όταν υπερασπίζεται τη θέση της αρνείται υποτίθεται, να παραδεχτεί ότι ο χρόνος περνά. Το χειρότερο είναι πως κάποιες φορές τους πιστεύει κι εκείνη. Στις 13 Οκτωβρίου 1950, το «Όλα για την Εύα» (All About Eve) του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς έκανε την πρεμιέρα του στη Νέα Υόρκη. Τον Μάρτιο του 1951 η ταινία απέσπασε έξι Όσκαρ, ανάμεσά τους εκείνα της καλύτερης ταινίας, της σκηνοθεσίας και του σεναρίου, έχοντας συγκεντρώσει συνολικά δεκατέσσερις υποψηφιότητες. Εκείνο που έμεινε πέρα από τις βραβεύσεις δεν ήταν απλώς η ιστορία μιας φιλόδοξης νέας γυναίκας που θέλει να εκτοπίσει μια διάσημη ηθοποιό. Ήταν η σχεδόν ανελέητη περιγραφή ενός επαγγέλματος που λατρεύει τις γυναίκες όσο παραμένουν νέες και τις ανακρίνει μόλις αρχίσουν να μεγαλώνουν.
Η Μάργκο, όπως την ερμηνεύει η Μπέτι Ντέιβις, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα αν είναι συμπαθής στους άλλους. Καπνίζει, πίνει, σαρκάζει, μετατρέπει μια βραδινή συγκέντρωση σε ναρκοπέδιο. Ξέρει πως είναι σπουδαία και συχνά συμπεριφέρεται σαν να της οφείλουν όλοι κάτι γι’ αυτό. Η Ντέιβις δεν προσπαθεί να κάνει τη Μάργκο πιο συμπαθή. Την υποδύεται με όλες τις αντιφάσεις της: εγωκεντρική και ευάλωτη, πνευματώδη και σκληρή, μια γυναίκα που μπορεί να γοητεύει και να γίνεται αφόρητη την ίδια στιγμή. Μια γυναίκα που έχει κερδίσει το δικαίωμα να μην είναι πάντοτε ευχάριστη, αλλά κινδυνεύει να το πληρώσει ακριβότερα από τους άνδρες συναδέλφους της.
Στη ζωή της μπαίνει η Εύα Χάρινγκτον, μια νεαρή θαυμάστρια που κερδίζει την εμπιστοσύνη της με τη συγκινητική ιστορία της, τη διακριτικότητα και την αφοσίωσή της. Μιλά λίγο, ακούει πολύ, ξέρει πότε να φανεί χρήσιμη. Η Μάργκο την παίρνει υπό την προστασία της. Σύντομα η Εύα έχει αποκτήσει πρόσβαση στο σπίτι, στους φίλους, στις συνήθειες και στα μυστικά της. Παρακολουθεί τον κόσμο του Μπρόντγουεϊ όπως ένας εξαιρετικός ηθοποιός παρακολουθεί τις πρόβες: μαθαίνοντας τις ατάκες των άλλων πριν έρθει η σειρά του να μιλήσει.
Η Μπέρντι, η έμπειρη βοηθός της Μάργκο, είναι η πρώτη που δυσπιστεί απέναντι στην Εύα. Έχει περάσει αρκετά χρόνια στα παρασκήνια ώστε να αναγνωρίζει πότε η αφοσίωση μοιάζει υπερβολικά καλοπαιγμένη. Η Μάργκο αρχικά απορρίπτει τις υποψίες της. Αργότερα, όταν αρχίζει να μοιράζεται την ίδια καχυποψία, οι γύρω της την αντιμετωπίζουν ως ζηλιάρα και ανασφαλή. Η Εύα δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι αθώα. Αφήνει τους άλλους να αποδίδουν τις υποψίες της Μάργκο στον φόβο της για το πέρασμα του χρόνου. Ακόμη κι όταν η Μάργκο έχει δίκιο, κανείς δεν την ακούει. Είναι ευκολότερο να πιστέψουν ότι ζηλεύει μια νεότερη γυναίκα παρά να παραδεχτούν ότι έχει καταλάβει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η ανασφάλεια της Μάργκο δεν περιορίζεται στην επαγγελματική της ζωή. Επηρεάζει και τη σχέση της με τον νεότερό της σύντροφο, τον σκηνοθέτη Μπιλ Σάμσον. Εκείνος δεν χρειάζεται να απολογείται για τα χρόνια του. Εκείνη φοβάται ότι όσο μεγαλώνει, τόσο θα δυσκολεύεται να διατηρήσει τη θέση της στο θέατρο και την αυτοπεποίθησή της στην προσωπική της ζωή. Δεν απαιτεί να μείνει νέα για πάντα. Θέλει να συνεχίσει να εργάζεται χωρίς να υποδύεται μια ηλικία που έχει αφήσει πίσω της. Το αίτημα φαίνεται αυτονόητο, μέχρι να θυμηθούμε πόσο συχνά το Χόλιγουντ έδινε στους άνδρες το προνόμιο της ωριμότητας και στις γυναίκες τον φόβο της αντικατάστασης.

Η πραγματικότητα πλησίαζε επικίνδυνα τη μυθοπλασία. Η Ντέιβις ήταν 42 ετών όταν έκανε την ταινία και αναζητούσε μια ουσιαστική επαγγελματική επιστροφή. Ο ρόλος προοριζόταν αρχικά για την Κλοντέτ Κολμπέρ, που αποχώρησε λόγω τραυματισμού. Ξαφνικά, η Ντέιβις βρέθηκε να παίζει μια ηθοποιό που αμφιβάλλει αν η βιομηχανία εξακολουθεί να τη χρειάζεται. Η Μάργκο δεν είναι η Μπέτι Ντέιβις. Όμως η ηθοποιός γνώριζε καλά πόσο γρήγορα το Χόλιγουντ μπορούσε να γυρίσει την πλάτη σε μια γυναίκα που μέχρι χθες αποθέωνε. Αυτή η εμπειρία δίνει ιδιαίτερο βάθος στην ερμηνεία της.
Η Εύα δεν είναι απλώς μια αδίστακτη νεαρή που θέλει να πάρει τη θέση της Μάργκο. Είναι μια γυναίκα αποφασισμένη να πετύχει, ακόμη κι αν χρειαστεί να προδώσει εκείνους που τη βοήθησαν. Το πρόβλημα δεν είναι η φιλοδοξία της, αλλά όσα είναι διατεθειμένη να κάνει για να την ικανοποιήσει. Θέλει να αποκτήσει όσα οι άλλοι θεωρούν ήδη δεδομένα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως σκαλοπάτια. Άλλωστε, στον κόσμο του θεάτρου που φιλοδοξεί να κατακτήσει, η επιτυχία δεν εξαρτάται μόνο από το ταλέντο, αλλά και από τις γνωριμίες, τις προσωπικές συμμαχίες και την επιρροή που μπορεί να ασκήσει κανείς στους άλλους. Ο κριτικός Άντισον ΝτεΓουίτ, με την παγωμένη ευγένεια του Τζορτζ Σάντερς, γνωρίζει ότι η εξουσία δεν βρίσκεται αποκλειστικά στη σκηνή. Βρίσκεται και στο δικαίωμα να αποφασίζεις ποιος αξίζει να ανέβει σε αυτήν. Αναγνωρίζει την απάτη της Εύας επειδή ο ίδιος χρησιμοποιεί τις πληροφορίες, τις αδυναμίες και τις φιλοδοξίες των άλλων για να διατηρεί την επιρροή του. Εκείνη που πίστεψε ότι μπορούσε να χειραγωγήσει τους πάντες ανακαλύπτει πως υπάρχει κάποιος που γνωρίζει καλύτερα το παιχνίδι.

Ανάμεσα στους δευτερεύοντες ρόλους βρίσκεται και η Μέριλιν Μονρόε, προτού γίνει το παγκόσμιο σύμβολο που γνωρίζουμε. Υποδύεται μια νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να κινηθεί σε έναν χώρο όπου η ομορφιά μπορεί να ανοίγει πόρτες, αρκεί να την εγκρίνουν οι κατάλληλοι άνδρες. Η σύντομη παρουσία της αποκτά, εκ των υστέρων, μια παράξενη βαρύτητα.Λίγα χρόνια αργότερα, η Μονρόε θα γινόταν παγκόσμιο είδωλο, πληρώνοντας όμως το τίμημα μιας δημοσιότητας που ενδιαφερόταν περισσότερο για την εμφάνισή της παρά για το ταλέντο και τις φιλοδοξίες της.
Υπάρχει και μια ειρωνεία πίσω από την κάμερα. Το σενάριο βασίστηκε στο διήγημα «The Wisdom of Eve» της Μέρι Ορ, δημοσιευμένο το 1946, αλλά το όνομά της δεν αναφέρθηκε στους τίτλους της ταινίας ως δημιουργός της αρχικής ιστορίας.Η Μέρι Ορ είχε γράψει την ιστορία στην οποία βασίστηκε η ταινία, αλλά το όνομά της δεν εμφανίστηκε στους τίτλους. Για ένα έργο που εξετάζει ποιος κερδίζει την αναγνώριση και ποιος μένει στη σκιά, αυτή η παράλειψη έχει ιδιαίτερο βάρος. Ούτε η ίδια η ταινία ξεφεύγει από όλες τις προκαταλήψεις που ξεσκεπάζει. Η Μάργκο βρίσκει γαλήνη όταν αρχίζει να φαντάζεται μια ζωή πέρα από τη σκηνή. Είναι επιλογή ελευθερίας ή ο παλιός συμβιβασμός που ζητούσε από μια γυναίκα να αποσυρθεί εγκαίρως; Η αμφισημία έχει σημασία. Ο Μάνκιεβιτς βλέπει καθαρά τη σκληρότητα του συστήματος, χωρίς να μπορεί πάντοτε να φανταστεί έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο.
Στο φινάλε, η Φοίβη κοιτάζεται στον καθρέφτη και βλέπει τον εαυτό της να πολλαπλασιάζεται. Δεν έχει ακόμη ανεβεί στη σκηνή, αλλά έχει ήδη μάθει τον σημαντικότερο κανόνα του παιχνιδιού: κάποια άλλη πρέπει να φύγει για να πάρει εκείνη τη θέση της. Η Μάργκο Τσάνινγκ δεν εμφανίζεται σε αυτόν τον καθρέφτη. Δεν χρειάζεται. Το θέατρο έχει ήδη βρει την επόμενη γυναίκα που θα αναγκάσει μια μέρα, να φοβηθεί τα γενέθλιά της.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







