Skip to main content

Υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να θυμόμαστε την Pop Art. Άντι Γουόρχολ, 1962, τριάντα δύο κουτιά σούπας Campbell’s, Μέριλιν Μονρόε, έντονα χρώματα και τέλος. Το κίνημα μπαίνει στο εγχειρίδιο της ιστορίας της τέχνης, κλείνει η πόρτα και μπορούμε να επιστρέψουμε ήσυχοι στο κινητό μας. Μόνο που εκεί, μέσα στο κινητό, μπορεί να βρίσκεται η συνέχεια της ιστορίας.

Η μεγάλη ανατροπή της Pop Art δεν ήταν ποτέ πραγματικά το κουτί της σούπας. Ήταν η απόφαση να κοιτάξει κάτι τόσο συνηθισμένο ώστε είχε γίνει σχεδόν αόρατο και να απαιτήσει να το κοιτάξουμε ξανά. Το supermarket, η διαφήμιση, οι συσκευασίες, οι σταρ του κινηματογράφου, οι φωτογραφίες των εφημερίδων, όλα εκείνα που θεωρούνταν πολύ εμπορικά ή πολύ καθημερινά για να γίνουν σοβαρή τέχνη μπήκαν ξαφνικά στη γκαλερί. Τα Campbell’s Soup Cans του 1962 βρίσκονταν ακόμη σε μια ενδιάμεση φάση. Ο Γουόρχολ τα δούλεψε ζωγραφικά, χρησιμοποιώντας σφραγίδα μόνο όπου χρειαζόταν η επανάληψη. Λίγο αργότερα ο Γουόρχολ θα περνούσε στη μεταξοτυπία με φωτογραφική αναπαραγωγή, κάνοντας την επανάληψη βασικό μέρος της ίδιας της εικόνας. Ο Γουόρχολ δεν αναζητούσε απλώς έναν διαφορετικό τρόπο να φτιάχνει εικόνες. Αναζητούσε μια τέχνη πιο απρόσωπη, πιο επαναλαμβανόμενη, πιο κοντά στη λογική της μαζικής παραγωγής. Επανάληψη αντί για μοναδικότητα, επιφάνεια αντί για εξομολόγηση, ένα έργο που να μοιάζει περισσότερο με προϊόν γραμμής παραγωγής παρά με τη μεγάλη χειρονομία ενός ζωγράφου.

Εξήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, αυτός ο κόσμος δεν χρειάζεται πια να μας τον δείξει κανείς. Ζούμε ήδη μέσα σε μια αδιάκοπη παραγωγή εικόνων. Ξυπνάμε και κοιτάζουμε οθόνες. Φωτογραφίζουμε τον καφέ μας, ανοίγουμε το Instagram, βλέπουμε ένα πρόσωπο, ένα παπούτσι, έναν πόλεμο, ένα ηλιοβασίλεμα, μια διαφήμιση, ένα έργο τέχνης. Ο αντίχειρας συνεχίζει προς τα πάνω και μέσα σε λίγα λεπτά έχουμε δει περισσότερες εικόνες από όσες μπορούμε πραγματικά να θυμηθούμε. Δεν κοιτάζουμε πια εικόνες με την παλιά έννοια. Τις ξεπετάμε. Κι εδώ μπορεί να βρίσκεται το πραγματικό pop αντικείμενο της εποχής μας. Όχι στο κινητό, ούτε στο Instagram, ούτε καν στη φωτογραφία, αλλά στην προσοχή μας, στα δύο ή τρία δευτερόλεπτα που δίνουμε σε μια εικόνα πριν την εξαφανίσουμε με μία κίνηση του αντίχειρα.

Πρινς Γκιάσι

Αν ο Γουόρχολ μετέφερε στη γκαλερί τα αντικείμενα που κατανάλωνε η εποχή του, αρκετοί σημερινοί καλλιτέχνες στρέφονται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε εικόνες. Ο Πρινς Γκιάσι χρησιμοποιεί ένα από τα πιο κοινά εργαλεία παραγωγής εικόνας στον κόσμο, το iPhone, αλλά το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στη συσκευή. Κατασκευάζει σκηνικά, οργανώνει σώματα και χώρους και αντιμετωπίζει το χρώμα σαν προσωπική γλώσσα, συνδέοντας συγκεκριμένες αποχρώσεις με συναισθήματα και έννοιες. Το τελικό κλικ μπορεί να γίνει με την ίδια συσκευή που χρησιμοποιούν δισεκατομμύρια άνθρωποι, όμως η εικόνα έχει αρχίσει πολύ πριν από αυτό. Από τη στιγμή που όλοι κρατάμε μια κάμερα στην τσέπη μας, η διαφορά δεν βρίσκεται πια στο μέσο αλλά στον τρόπο που επιλέγεις να το χρησιμοποιήσεις.

Μόκα Λι

Η Μόκα Λι κοιτάζει μια διαφορετική καθημερινή εμπειρία: τα πρόσωπα που περνούν από τις οθόνες μας. Άνθρωποι που μοιάζουν οικείοι χωρίς να τους γνωρίζουμε, εκφράσεις που θα μπορούσαν να προέρχονται από ένα προφίλ, μια selfie ή μια εικόνα που σταμάτησε για λίγο μέσα στη ροή μας και μετά χάθηκε. Μια φωτογραφία στο feed μπορεί να πάρει τρία δευτερόλεπτα από τη ζωή μας. Η Λι μεταφέρει αυτή τη φευγαλέα εμπειρία στον καμβά, δουλεύοντας αργά με λάδι εκεί όπου η οθόνη μας έχει μάθει να προσπερνάμε. Η οθόνη ζητά να συνεχίσουμε, η ζωγραφική ζητά να μείνουμε. Ο Άσερ Λίφτιν δουλεύει πάνω στην ίδια ιδέα, μεταφέροντας φωτογραφικές εικόνες σε ζωγραφικά έργα που χτίζονται αργά και σχολαστικά με το χέρι.
Από μακριά βλέπεις το σύνολο. Όσο πλησιάζεις, όμως, η εικόνα σπάει στα επιμέρους ίχνη της δουλειάς που χρειάστηκε για να δημιουργηθεί. Ο Γουόρχολ ήθελε η ζωγραφική να αποκτήσει την ψυχρότητα και την επαναληπτικότητα της μηχανικής παραγωγής. Ο Λίφτιν παίρνει την εικόνα της μηχανής και αναγκάζει το ανθρώπινο χέρι να την ξαναφτιάξει.

Άσερ Λίφτιν

Η Αγιάκο Ροκάκου φτάνει στο ίδιο σημείο από την αντίθετη κατεύθυνση. Ζωγραφίζει με τα χέρια και τα δάχτυλά της, συχνά χωρίς προσχέδιο, δίνοντας έντονη φυσική παρουσία σε εικόνες που παραπέμπουν στο manga, στην αισθητική kawaii και στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα. Εκεί όπου η Pop Art προσπάθησε κάποτε να περιορίσει το ίχνος του καλλιτέχνη, η Ροκάκου το φέρνει ξανά στο κέντρο του έργου. Θα ήταν όμως λάθος να βάλουμε όλους αυτούς τους καλλιτέχνες σε ένα δωμάτιο και να κολλήσουμε στην πόρτα την ταμπέλα «νέα Pop Art». Δεν χρειάζεται να είναι Pop artists. Αυτό που παραμένει ζωντανό δεν είναι το ίδιο το κίνημα, αλλά το βλέμμα του: να εντοπίζει όσα η εποχή θεωρεί τόσο αυτονόητα ώστε παύει να τα βλέπει και να τα φέρνει ξανά στο προσκήνιο. Κάποτε ήταν ένα κουτί σούπας. Τώρα μπορεί να είναι η ίδια η πράξη του σκρολαρίσματος.

Αγιάκο Ροκάκου

Και τότε εμφανίζεται η τεχνητή νοημοσύνη και αλλάζει ξανά τους όρους. Η ψηφιακή τεχνολογία έκανε την παραγωγή εικόνων ευκολότερη και ύστερα σχεδόν δωρεάν. Η AI προσθέτει κάτι πιο παράξενο: την εικόνα που δεν χρειάζεται καν να έχει υπάρξει ως στιγμή στον πραγματικό κόσμο. Δεν είναι απαραίτητο να υπήρξε μοντέλο, στούντιο, τοπίο ή κάμερα. Η εικόνα μπορεί απλώς να έχει παραχθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια εικόνα που δημιουργήθηκε με AI είναι εξ ορισμού κακή, ούτε ότι το ανθρώπινο χέρι αποτελεί πιστοποιητικό καλλιτεχνικής αξίας. Κάτι όμως έχει αλλάξει. Όσο οι εικόνες παράγονται όλο και πιο εύκολα, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η δουλειά που κρύβεται πίσω από εκείνες που δεν φτιάχτηκαν εύκολα.

Το ότι κάποιος έστησε πραγματικά ένα σκηνικό, δούλεψε πάνω στον καμβά ή αφιέρωσε εβδομάδες σε ένα πρόσωπο δεν είναι πια μια λεπτομέρεια της διαδικασίας· επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το ίδιο το έργο. Γιατί το σπάνιο πράγμα δεν είναι πλέον η εικόνα. Εικόνες έχουμε περισσότερες από όσες μπορούμε να αντέξουμε. Σπάνιος αρχίζει να γίνεται ο χρόνος, η αφή, η παρουσία, η απόδειξη ότι ένας άνθρωπος έμεινε αρκετά μπροστά σε κάτι ώστε να το παρατηρήσει. Κάπου εδώ η ιστορία του Γουόρχολ αντιστρέφεται. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η Pop Art ζητούσε να κοιτάξουμε κατάματα τον κόσμο που ήδη υπήρχε γύρω μας. Είναι εργοστάσια, supermarkets, περιοδικά, τηλεόραση, brands, φωτογραφίες, Μέριλιν ξανά και ξανά. Σήμερα δεν χρειάζεται κανείς να μας πείσει για την επανάληψη. Το κινητό μας την έχει τελειοποιήσει πριν καν σηκωθούμε από το κρεβάτι.

Το 1962, το ριζοσπαστικό ήταν να φέρεις την τέχνη όσο πιο κοντά γινόταν στη λογική της μηχανικής παραγωγής. Το 2026 μπορεί να είναι να αποδείξεις ότι την έφτιαξε άνθρωπος. Γι’ αυτό δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να ψάχνουμε πότε πέθανε η Pop Art. Τα μεγάλα καλλιτεχνικά κινήματα επιβιώνουν όταν κάποια ερώτησή τους αρνείται να εξαφανιστεί. Και η ερώτηση της Pop Art ήταν πάντα απλή: τι βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας τόσο συχνά ώστε έχουμε πάψει να το βλέπουμε; Για τον Γουόρχολ ήταν ένα κουτί σούπας. Για εμάς μπορεί να είναι η στιγμή που κοιτάζουμε μια εικόνα για τρία δευτερόλεπτα, τη σπρώχνουμε προς τα πάνω με τον αντίχειρα και δεν τη θυμόμαστε ποτέ ξανά.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki