Χθες βλέποντας το Primetime στις Νύχτες Πρεμιέρας, άργησα λίγο να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτό που με ενοχλούσε. Το θέμα του είναι από μόνο του αρκετά σκοτεινό, αλλά όσο προχωρούσε η ταινία καταλάβαινα ότι αυτό που με ενοχλούσε βρισκόταν αλλού. Ήταν περισσότερο η αίσθηση ότι έβλεπα ανθρώπους που ξεκίνησαν πιστεύοντας πως κυνηγούν ένα τέρας και κάπου στη διαδρομή, άρχισαν να χρειάζονται το τέρας για να συνεχίσει να υπάρχει η εκπομπή τους. Αυτό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μου έμεινε από την ταινία του Λανς Όπενχαϊμ. Βρισκόμαστε στο 2006 και το Primetime έχει την εξυπνάδα να μας θυμίζει πόσο μακρινός μοιάζει ήδη εκείνος ο κόσμος. Το YouTube μόλις έχει εμφανιστεί και το ποια εκπομπή έπαιζε στις εννέα το βράδυ εξακολουθούσε να σημαίνει πολλά. Σε μια μικρή αλλά θαυμάσια λεπτομέρεια, ο Τζεφ Ζούκερ μετακινεί κυριολεκτικά με το χέρι το To Catch a Predator πάνω στον πίνακα προγράμματος του NBC. Τότε η τηλεόραση δεν κυνηγούσε ακόμη τον αλγόριθμο. Ήταν η ίδια ο αλγόριθμος.

Πάνω σε αυτή την εποχή πατά η ιστορία του To Catch a Predator, του τηλεοπτικού φαινομένου που έστηνε παγίδες σε άνδρες οι οποίοι πίστευαν ότι συνομιλούσαν διαδικτυακά με ανήλικους. Η πραγματική ιστορία πίσω από το To Catch a Predator, τον Κρις Χάνσεν και την υπόθεση Μπιλ Κόνραντ είναι ακόμη πιο σκοτεινή από όσο αφήνει να φανεί η μυθοπλασία. Κεντρικό πρόσωπο ήταν ο Κρις Χάνσεν και εδώ τον υποδύεται ο Ρόμπερτ Πάτινσον. Ο Όπενχαϊμ, όμως, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να κατασκευάσει μια βιογραφία του. Τον χρησιμοποιεί σαν είσοδο σε έναν ολόκληρο μηχανισμό: έναν άνθρωπο με κοστούμι και ήρεμη φωνή που μπαίνει σε ένα δωμάτιο έχοντας ήδη αποφασίσει ποιος είναι απέναντί του και ποιος είναι ο δικός του ρόλος.
Ο Πάτινσον πιάνει εξαιρετικά αυτή την περίεργη βεβαιότητα. Κυρίως με τη φωνή. Σε μια σκηνή κάνει πρόβα τα σεξουαλικά μηνύματα που αργότερα θα διαβάσει στον ύποπτο μπροστά στις κάμερες. Τα λέει, τα δοκιμάζει, σχεδόν γεύεται τις λέξεις. Εκεί κατάλαβα ότι το ενδιαφέρον της ερμηνείας δεν βρίσκεται στην ομοιότητα με τον πραγματικό Χάνσεν. Βρίσκεται στο σημείο όπου ο δημοσιογράφος αρχίζει να γίνεται performer πριν καν ανάψει το κόκκινο φως. Η αλήθεια υπάρχει, αλλά πρέπει να παρουσιαστεί σωστά.
Και εδώ η ταινία αρχίζει να γίνεται πιο ενδιαφέρουσα από την ιστορία που αφηγείται. Δεν κοιτά μόνο τον άνθρωπο που έπεσε στην παγίδα. Κοιτά αυτούς που έστησαν το σπίτι, τις κρυφές κάμερες, τα μικρόφωνα, τους φωτισμούς, ολόκληρη τη μικρή βιομηχανία γύρω από τη στιγμή της αποκάλυψης. Ο Νταν, ο νεαρός ηθοποιός που λειτουργεί ως δόλωμα που υποδύεται ο Σκάιλερ Γκισόντο, βρίσκεται μέσα σε αυτή τη μηχανή αλλά δεν έχει ακόμη μάθει να τη θεωρεί φυσιολογική. Θέλει να γίνει ηθοποιός και βρίσκεται ξαφνικά σε κάτι που κανένα casting δεν μπορεί να προετοιμάσει: απέναντί του υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος και σε λίγο το πρόσωπο, οι λέξεις και η ντροπή του θα έχουν γίνει τηλεοπτικό υλικό.
Η Άντι Μπέντερ της Μέριτ Γουίβερ βρίσκεται βαθύτερα μέσα στη λογική του συστήματος. Κι αυτό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα του Primetime: πίσω από τη μεγάλη αφήγηση της μάχης εναντίον του κακού υπάρχει και ένας απολύτως συνηθισμένος εργασιακός χώρος. Budgets, τηλεθέαση, φιλοδοξίες, άνθρωποι που σκέφτονται την επόμενη δουλειά τους, πίεση για περισσότερα επεισόδια και πιο εντυπωσιακούς στόχους. Το σοκ έχει μικρή διάρκεια ζωής. Μόλις το κοινό το συνηθίσει τότε χρειάζεται περισσότερο.

Ο Όπενχαϊμ αφήνει αυτή τη φθορά να περάσει μέσα στην ίδια την εικόνα. Το σχεδόν τετράγωνο κάδρο θυμίζει την τηλεοπτική εικόνα πριν από την επικράτηση του widescreen, οι τόνοι του δέρματος είναι υπερκορεσμένοι και κάπως άρρωστοι, ενώ τα zoom πλησιάζουν τόσο πολύ στα πρόσωπα ώστε μερικές φορές μοιάζουν να προσπαθούν να βρουν τι κρύβεται από κάτω. Η αισθητική του παλιού trash TV δεν μένει μέσα στην εκπομπή. Ακολουθεί τους ανθρώπους της και όταν υποτίθεται ότι οι κάμερες έχουν κλείσει. Ακόμη και η δαιμονική φιγούρα που στοιχειώνει τον Χάνσεν λειτουργεί μέσα σε αυτό το σύμπαν: το κακό πρέπει να βρίσκεται πάντα κάπου μπροστά του. Αν εξαφανιστεί τελειώνει και το κυνήγι.
Η ιστορία του Μπιλ Κόνραντ είναι το σημείο όπου όλα αυτά σταματούν να είναι θεωρία. Ο εισαγγελικός λειτουργός στο Τέξας αυτοκτόνησε όταν οι αρχές και το τηλεοπτικό συνεργείο έφτασαν έξω από το σπίτι του. Ο Άλεξ Γουίντερ δεν προσπαθεί να τον κάνει συμπαθή. Τον κρατά άνθρωπο και αυτό είναι αρκετό για να δημιουργηθεί η δυσφορία. Δεν χρειάζεται να αθωώσεις κάποιον για να αναρωτηθείς τι συμβαίνει όταν η δημοσιογραφική έρευνα, η αστυνομική επιχείρηση και η τηλεοπτική παραγωγή αρχίζουν να καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο.

Το Primetime μπλέκει και το ίδιο στην παγίδα που περιγράφει. Ο Όπενχαϊμ κοιτά με καχυποψία μια τηλεόραση που έκανε θέαμα την ανθρώπινη καταστροφή, αλλά η δική του ταινία είναι εξαιρετικά στιλιζαρισμένη και σκοτεινά ελκυστική. Το πρόσεξα την ώρα που την έβλεπα: η ένταση δουλεύει, η εικόνα σε τραβά, ο Πάτινσον είναι απολαυστικός. Και τότε εμφανίζεται η άβολη σκέψη ότι απολαμβάνεις ακριβώς τον μηχανισμό που η ταινία σου ζητά να εξετάσεις.
Δεν ξέρω αν ο Όπενχαϊμ λύνει αυτή την αντίφαση. Και ίσως καλά κάνει που δεν προσπαθεί να κλείσει αυτή την αντίφαση με μια βολική απάντηση. Βγαίνοντας από την προβολή δεν σκεφτόμουν τόσο τον Χάνσεν όσο την ίδια την κάμερα. Στην αρχή καταγράφει, μετά οργανώνει κάποια στιγμή αρχίζει να επηρεάζει αυτό που συμβαίνει μπροστά της. Τότε γίνεται δύσκολο να πεις πού τελείωσε η παρατήρηση και πού άρχισε η παράσταση. Αυτό είναι που με έκανε να σκέφτομαι το Primetime και μετά τους τίτλους τέλους. Όχι αν ο Χάνσεν ήταν ήρωας ή αν η εκπομπή του ήταν «καλή» ή «κακή». Το πιο ανησυχητικό είναι κάτι απλούστερο: πόσο εύκολα συνηθίζουμε την παρουσία μιας κάμερας μέχρι να πάψουμε να αναρωτιόμαστε αν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Όταν συμβεί αυτό το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος βρίσκεται απέναντί της. Είναι ότι κανείς δεν σκέφτεται πια να την κλείσει.
Το Primetime βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 8 Οκτωβρίου.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







