Skip to main content

Μια πάστα αμυγδάλου, μία λήψη και σχεδόν καμία λέξη. Πώς η τελευταία σκηνή του «Ριφιφί» έκανε ένα καθημερινό αντικείμενο σύμβολο πένθους και μας ανάγκασε να ξαναδούμε μια ηθοποιό που νομίζαμε ότι γνωρίζαμε.

Η τηλεόραση δεν τα πηγαίνει πάντα καλά με τη σιωπή. Όταν θέλει να μας συγκινήσει, συνήθως φροντίζει να το καταλάβουμε. Ανεβάζει λίγο τη μουσική, πλησιάζει το πρόσωπο, δίνει στον ηθοποιό την ατάκα που θα μείνει. Στο τέλος του «Ριφιφί» συμβαίνει κάτι πολύ πιο απλό. Μια γυναίκα κάθεται μπροστά σε μια πάστα αμυγδάλου και αρχίζει να τρώει. Δεν λέει τίποτε. Κι όμως μετά το φινάλε, η Ευαγγελία Μουμούρη βρέθηκε στο κέντρο της συζήτησης. Παράξενο, αν σκεφτεί κανείς πόσα πολύ πιο θεαματικά πράγματα είχε στη διάθεσή της η σειρά: ένα τούνελ, μια τράπεζα, θυρίδες, χρήματα, ένα ολόκληρο σχέδιο ληστείας. Κι όμως όπως συμβαίνει καμιά φορά, μια τηλεοπτική σειρά αφήνει πίσω της κάτι μεγαλύτερο από την ίδια την πλοκή της. Από όλα αυτά όμως, στο «Ριφιφί» έμεινε περισσότερο μια γυναίκα απέναντι από ένα γλυκό.

Δεν είναι αρκετό να πούμε ότι η Μουμούρη έπαιξε «συγκλονιστικά». Η λέξη είναι τόσο εύκολη πια που μερικές φορές κρύβει περισσότερα απ’ όσα εξηγεί. Αυτό που έχει ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη σκηνή είναι πόσα λίγο χρειάζεται να κάνει. Σε όλη τη σειρά η Όλγα επιστρέφει στην ίδια σχεδόν κίνηση. Κάθεται, παίρνει μια πάστα αμυγδάλου, τρώει μία κουταλιά και σταματά. Την πρώτη φορά το προσέχεις. Τη δεύτερη αρχίζεις να αναρωτιέσαι. Κάποια στιγμή όμως η κίνηση περνά στο φόντο. Έτσι λειτουργούν άλλωστε και οι περισσότερες συνήθειες: σταματάμε να τις βλέπουμε ακριβώς επειδή επαναλαμβάνονται.

Μόνο που εδώ η συνήθεια έχει βάρος. Η πάστα συνδέεται με την απώλεια που έχει οργανώσει τη ζωή της Όλγας και, χωρίς να το καταλάβουμε αμέσως, η μία κουταλιά αποκτά τη λειτουργία μιας μικρής τελετουργίας. Η σειρά δεν μας το υπογραμμίζει. Δεν χρειάζεται. Η επανάληψη έχει ήδη κάνει τη δουλειά της. Έτσι ένα καθημερινό αντικείμενο αρχίζει σιγά σιγά να σημαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον εαυτό του.

Όταν στο τέλος η Όλγα συνεχίζει και τρώει ολόκληρη την πάστα, δεν αλλάζει απλώς μια συνήθεια. Αλλάζει ένας ρυθμός που έχουμε μάθει μαζί της. Εκεί βρίσκεται η δύναμη της σκηνής. Δεν χρειάζεται να ονομάσουμε αυτό που συμβαίνει «λύτρωση» και μάλλον θα ήταν λάθος να το κάνουμε. Οι μεγάλες απώλειες δεν λύνονται τόσο καθαρά. Δεν κλείνουν επειδή ήρθε ένα φινάλε ή επειδή ολοκληρώθηκε ένα σχέδιο. Η Όλγα απλώς κάνει κάτι που μέχρι τότε δεν μπορούσε να κάνει. Δεν σταματά στην πρώτη κουταλιά. Εκεί σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνεις, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο κοιτάς τη Μουμούρη.

Η πιο δύσκολη απόσταση που χρειάστηκε να διανύσει η Όλγα δεν ήταν το τούνελ μέχρι την τράπεζα. Ήταν εκείνη που χώριζε την πρώτη κουταλιά από τη δεύτερη.

Το κοινό την ξέρει χρόνια. Τη γνωρίζει από την τηλεόραση, το θέατρο, από ρόλους που έχουν δημιουργήσει οικειότητα. Αυτή η οικειότητα είναι πολύτιμη για έναν ηθοποιό, μπορεί όμως να γίνει και παγίδα. Κάποια στιγμή πιστεύουμε ότι ξέρουμε τι μπορεί να κάνει, ποια ενέργεια φέρνει μαζί του, περίπου πού βρίσκεται το εύρος του. Η σκηνή της πάστας χαλάει αυτή τη βεβαιότητα.

Η Μουμούρη δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή ούτε να κυνηγήσει το συναίσθημα. Η σκηνή γυρίστηκε σε μία λήψη, όπως έχει αφηγηθεί η ίδια, και ο Σωτήρης Τσαφούλιας έχει μιλήσει για την ανάγκη να συγκρατηθεί το ξέσπασμα. Η ίδια έχει πει ότι έβαλε στη συγκεκριμένη στιγμή δικά της κομμάτια πένθους. Κι αυτό περνά στη σκηνή χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί ή να τονιστεί. Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι έναν άνθρωπο να κλαίει. Είναι έναν άνθρωπο που προσπαθεί να συνεχίσει μια απλή πράξη ενώ μέσα του συμβαίνει κάτι άλλο.

Εκεί νομίζω βρίσκεται ο λόγος που τόσοι μιλούν τώρα για τη Μουμούρη. Δεν ανακαλύφθηκε ξαφνικά μια ηθοποιός που κανείς δεν είχε προσέξει. Συνέβη κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα γνώριμο πρόσωπο φάνηκε για λίγο ξένο. Κι αυτό είναι δύσκολο. Για μερικά λεπτά δεν βλέπεις «την Ευαγγελία Μουμούρη σε μια πολύ καλή σκηνή». Βλέπεις την Όλγα να κάθεται μπροστά σε ένα πιάτο και να προσπαθεί να φτάσει μέχρι το τέλος.

Το πένθος άλλωστε δεν ζει μόνο στις αναμνήσεις. Μένει και σε όσα συνεχίζουμε να κάνουμε με τον ίδιο τρόπο, επειδή κάποτε τα κάναμε μαζί με κάποιον. Στο ίδιο φλιτζάνι, στην ίδια διαδρομή, στην ίδια ώρα της ημέρας, σε ένα αντικείμενο που κανένας άλλος δεν θα πρόσεχε. Αυτό κάνει και την πάστα τόσο δυνατή ως εικόνα. Δεν είναι από μόνη της συγκινητική. Γίνεται επειδή έχει πάνω της συσσωρευτεί χρόνος. Κάθε προηγούμενη κουταλιά υπάρχει μέσα στην τελευταία.

Το «Ριφιφί» θα μπορούσε να κλείσει πάνω στη ληστεία, στα χρήματα, στις θυρίδες, στη δικαίωση. Διαλέγει κάτι πολύ πιο ήσυχο. Μια γυναίκα κάθεται σε ένα τραπέζι και, για πρώτη φορά, δεν αφήνει την πάστα στη μέση. Η ληστεία είναι αυτό που κινεί την ιστορία. Η πάστα είναι αυτό που μένει μετά. Γιατί η πιο δύσκολη απόσταση που χρειάστηκε να διανύσει η Όλγα δεν ήταν το τούνελ μέχρι την τράπεζα. Ήταν εκείνη που χώριζε την πρώτη κουταλιά από τη δεύτερη.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;