Skip to main content
Θέατρο

Σοφία Αντωνίου: το πρώτο νέο Βραβείο Κουν σε μια σκηνοθέτιδα που ρισκάρει

Η Σοφία Αντωνίου κέρδισε το πρώτο βραβείο νέου σκηνοθέτη του Θεάτρου Τέχνης για τον «Άμλετ (machine)». Από την «Αντιγόνη» και τον «Οιδίποδα» μέχρι τον Χάινερ Μύλλερ, οι επιλογές της έχουν κοινό γνώρισμα το καλλιτεχνικό ρίσκο. Το ερώτημα είναι τι απομένει όταν σβήνουν τα φώτα της βράβευσης.

antoniou-cover

Ένα βραβείο δεν κάνει από μόνο του ενδιαφέροντα έναν σκηνοθέτη. Μπορεί όμως να μας δώσει έναν καλό λόγο να προσέξουμε τη δουλειά του. Η Σοφία Αντωνίου που τιμήθηκε με το πρώτο Βραβείο Νέου Σκηνοθέτη/Σκηνοθέτιδος του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν για τον «Άμλετ (machine)», έχει ήδη παρουσιάσει παραστάσεις που δεν ακολουθούν κάποια ασφαλή συνταγή. Έχει βάλει έναν ηθοποιό να σηκώσει ολόκληρο τον «Οιδίποδα Τύραννο», έχει συνεργαστεί με ανθρώπους με και χωρίς αναπηρία και έχει φέρει ηλικιωμένους ερμηνευτές στο κέντρο μιας αφήγησης για τη φθορά και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Οι επιλογές αυτές έχουν ενδιαφέρον επειδή απαιτούν σκηνοθετικές απαντήσεις, όχι επειδή ακούγονται τολμηρές σε ένα δελτίο Τύπου.

Η απονομή πραγματοποιήθηκε στις 26 Οκτωβρίου, στη σκηνή της Φρυνίχου. Η Αντωνίου βραβεύτηκε για τον «Άμλετ (machine)» που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Πορεία. Η ίδια εμφανίστηκε αιφνιδιασμένη. Η ίδια αναφέρθηκε με εκτίμηση στους συνυποψηφίους της και χαρακτήρισε την επαγγελματική της πορεία «μαραθώνιο όχι σπριντ». Είναι μια αρκετά ακριβής περιγραφή για ένα επάγγελμα στο οποίο η επιτυχία μιας βραδιάς μπορεί να επισκιάσει χρόνια δουλειάς.

Η Αντωνίου σπούδασε Ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Σκηνοθεσία στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εργάστηκε ως ηθοποιός, γνωρίζοντας από μέσα τις απαιτήσεις της πρόβας και την εξάρτηση του ερμηνευτή από τις αποφάσεις του σκηνοθέτη. Έχει μιλήσει για την ανάγκη οι συνεργάτες της να αισθάνονται ελεύθεροι να προτείνουν, να αμφισβητούν και να δοκιμάζουν. Ακούγεται αυτονόητο. Δεν είναι πάντα. Το θέατρο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει συχνά τον σκηνοθέτη ως τον μοναδικό δημιουργό μιας παράστασης, παρότι τίποτα δεν συμβαίνει στη σκηνή χωρίς τους υπόλοιπους ανθρώπους της.

Στο «Σχέδιο Αντιγόνη», το 2024, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής, συνεργάστηκε με την ομάδα «Εν Δυνάμει» και μέλη της τοπικής κοινότητας. Στην παράσταση συμμετείχαν άνθρωποι με και χωρίς αναπηρία. Η σύγκρουση της Αντιγόνης με την εξουσία αποκτούσε έτσι μια άμεση κοινωνική διάσταση. Ποιος αποφασίζει ποιος έχει θέση στον δημόσιο χώρο; Ποιος δικαιούται να ακουστεί; Και ποιος εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση από μια κανονικότητα που άλλοι έχουν ορίσει; Η παρουσία των συγκεκριμένων ανθρώπων στη σκηνή έθετε αυτά τα ερωτήματα πριν ακόμη χρειαστεί να τα διατυπώσει το κείμενο.

Στον «Οιδίποδα Τύραννο», το 2025, η Αντωνίου ακολούθησε την αντίθετη διαδρομή. Ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης ερμήνευσε μόνος του όλα τα πρόσωπα της τραγωδίας, στον χώρο ΦΙΑΤ, στο Κουκάκι. Η επιλογή ενός ηθοποιού για έναν τόσο πολυπρόσωπο κόσμο απαιτεί περισσότερα από υποκριτική δεξιοτεχνία. Κάθε μετάβαση από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο πρέπει να αποκτά δραματικό νόημα. Η σκηνοθετική ιδέα, πάντως δεν αποτελεί από μόνη της επίτευγμα. Το ζητούμενο είναι αν υπηρετεί τον Σοφοκλή ή αν τελικά τον υποχρεώνει να υπηρετήσει την ιδέα.

Την ίδια χρονιά, στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η Αντωνίου παρουσίασε το έργο του Ντιντιέ Εριμπόν «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού». Ο Γάλλος συγγραφέας, αφηγούμενος τη ζωή της μητέρας του, εξετάζει την ταξική καταγωγή, τη γήρανση και τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι άνθρωποι εξαφανίζονται σταδιακά από το κοινωνικό βλέμμα. Η σκηνοθέτις επέλεξε έναν Χορό ηθοποιών τρίτης ηλικίας. Ανθρώπους που δεν χρειαζόταν να προσποιηθούν την εμπειρία του χρόνου. Την κουβαλούσαν στο σώμα και στη φωνή τους.

Βέβαια η προσωπική εμπειρία δεν είναι αυτομάτως θεατρική αλήθεια. Ούτε η παρουσία ανθρώπων που συνδέονται με ένα κοινωνικό ζήτημα εξασφαλίζει μια ουσιαστική παράσταση. Η συγκίνηση μπορεί εύκολα να γίνει ευκολία, ιδιαίτερα όταν το θέμα προσφέρεται για συναισθηματική ταύτιση. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ένας σκηνοθέτης επεξεργάζεται αυτό το υλικό, χωρίς να εκμεταλλεύεται την ανθρώπινη παρουσία ως έτοιμο δραματουργικό αποτέλεσμα.

Στον «Άμλετ (machine)» η Αντωνίου αναμετριέται με ένα διαφορετικό πρόβλημα. Συνδέει τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ με τη «Μηχανή Άμλετ» του Χάινερ Μύλλερ, γραμμένη το 1977. Ο Σαίξπηρ παρακολουθεί έναν άνθρωπο που βρίσκεται αντιμέτωπος με την προδοσία, την εκδίκηση και τη σήψη της εξουσίας. Ο Μύλλερ παίρνει τα απομεινάρια αυτού του κόσμου και τα μεταφέρει στον εικοστό αιώνα, μέσα στις πολιτικές διαψεύσεις, τη βία και την κατάρρευση των μεγάλων ιστορικών βεβαιοτήτων. Δεν πρόκειται για δύο κείμενα που μπορούν να ενωθούν απλώς επειδή μοιράζονται τον ίδιο ήρωα. Ο Σαίξπηρ χτίζει μια τραγωδία με πρόσωπα, συγκρούσεις και δραματική εξέλιξη. Ο Μύλλερ διαλύει αυτή τη συνοχή. Τα πρόσωπα γίνονται θραύσματα, η ιστορία χάνει τη συνέχεια της και η ίδια η δυνατότητα δράσης τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η συνάντησή τους απαιτεί μια σκηνοθεσία που να μπορεί να διαχειριστεί τη σύγκρουση χωρίς να την εξομαλύνει.

Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό ρίσκο της παράστασης. Η σύγχρονη σκηνή αγαπά τις ανατροπές των κλασικών έργων. Άλλοτε αυτές αποκαλύπτουν πλευρές που είχαν μείνει αθέατες και άλλοτε εξαντλούνται σε μια επίδειξη ευρηματικότητας. Η Αντωνίου δουλεύοντας με επτά ηθοποιούς, επιχειρεί μια νέα δραματουργική σύνθεση. Το ενδιαφέρον δεν είναι αν κατάφερε να κάνει τον Άμλετ «επίκαιρο», μια λέξη που έχει ταλαιπωρηθεί αρκετά στις θεατρικές παρουσιάσεις. Είναι αν οι δύο συγγραφείς μπορούν να συναντηθούν χωρίς να χάσουν αυτό που τους κάνει διαφορετικούς. Η επιτροπή του Θεάτρου Τέχνης αναγνώρισε τη σκηνοθετική της πρόταση. Αυτό έχει σημασία, αλλά δεν αποτελεί τελική ετυμηγορία για την καλλιτεχνική της αξία. Τα βραβεία καταγράφουν μια κρίση, δεν καταργούν τις υπόλοιπες. Ο «Άμλετ (machine)» έχει προγραμματιστεί να επιστρέψει στο Θέατρο Πορεία από τις 8 Φεβρουαρίου 2027, προσφέροντας στο κοινό την ευκαιρία να διαμορφώσει τη δική του.

Η Σοφία Αντωνίου δεν χρειάζεται να ανακηρυχθεί η επόμενη μεγάλη ελπίδα του ελληνικού θεάτρου. Αυτός ο χαρακτηρισμός συνήθως λέει περισσότερα για τη βιασύνη εκείνων που τον απονέμουν παρά για τον καλλιτέχνη. Η μέχρι τώρα δουλειά της παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον χωρίς τέτοιες υπερβολές. Διαφορετικά κείμενα, διαφορετικοί άνθρωποι, επιλογές που άλλοτε στηρίζονται στην πολυφωνία και άλλοτε στην απόλυτη μοναξιά ενός ερμηνευτή. Το πρώτο βραβείο Νέου Σκηνοθέτη/Σκηνοθέτιδος του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν φέρνει τη δουλειά της στο προσκήνιο και την κάνει γνωστή σε ένα ευρύτερο κοινό.Το αν θα εξελιχθεί σε μια πραγματικά σημαντική σκηνοθετική παρουσία θα κριθεί στις επόμενες παραστάσεις της.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;