Κάθε φωτογραφία είναι με έναν τρόπο, μια μικρή ήττα του χρόνου. Κάτι συνέβη, πέρασε και δεν πρόκειται να συμβεί ξανά ακριβώς έτσι. Ο Τάκης Τλούπας φαίνεται πως το είχε καταλάβει νωρίτερα από τους περισσότερους, όχι ως θεωρία για τη φωτογραφία αλλά σχεδόν ως ένστικτο. Κοίταζε γύρω του και έβλεπε έναν κόσμο που άλλαζε πριν ακόμη οι άνθρωποι συνειδητοποιήσουν ότι χανόταν. Έναν τρόπο δουλειάς, μια χειρονομία, ένα πρόσωπο, ένα χωράφι μέσα στην ομίχλη, έναν δρόμο της Λάρισας, μια ανθρώπινη φιγούρα που βρισκόταν εκεί για αιώνες και λίγα χρόνια αργότερα ίσως να μην υπήρχε πια. Η έκθεση «Μια άλλη Ευρώπη – Τάκης Τλούπας» στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, έρχεται να ανοίξει ένα λιγότερο γνωστό κεφάλαιο του έργου του. Οι φωτογραφίες από τα ευρωπαϊκά ταξίδια του στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, αρκετές από τις οποίες παρουσιάζονται για πρώτη φορά, δεν ανοίγουν απλώς ακόμη ένα κεφάλαιο ενός μεγάλου φωτογραφικού αρχείου. Μας επιτρέπουν να δούμε τον Τλούπα έξω από το τοπίο με το οποίο τον έχουμε σχεδόν ταυτίσει και να αναρωτηθούμε πόσο από τη δύναμη των εικόνων του οφειλόταν στη Θεσσαλία και πόσο στον ίδιο.

Έχουμε μάθει να τον σκεφτόμαστε μέσα στον κάμπο. Στη Λάρισα, στα χωριά ανάμεσα σε αγρότες και κτηνοτρόφους, κοντά στον Πηνειό, στις κορυφογραμμές και στα χωράφια, στις ανθρώπινες μορφές μιας Ελλάδας που σήμερα κοιτάζουμε εύκολα μέσα από τη βολική συγκίνηση του «τότε». Μόνο που ο Τλούπας δεν υπήρξε ποτέ φωτογράφος της νοσταλγίας. Αν οι εικόνες του εξακολουθούν να συγκινούν, δεν είναι επειδή αποδεικνύουν ότι κάποτε υπήρχε ένας κόσμος πιο καθαρός, πιο απλός ή πιο αθώος από τον δικό μας. Εκείνη η Ελλάδα ήταν φτωχή, σκληρή, κουρασμένη, γεμάτη ανθρώπους που δούλευαν πολύ και συχνά είχαν ελάχιστα. Η δύναμη του Τλούπα βρίσκεται αλλού. Μας παρέδωσε έναν κόσμο ολόκληρο, προτού εμείς μάθουμε το τέλος της ιστορίας του.


Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1920 μέσα σε οικογένεια τεχνιτών. Ο παππούς του ήταν χαλκουργός, ο πατέρας του ξυλουργός και ο ίδιος ξεκίνησε κοντά στην ξυλογλυπτική. Η φωτογραφία μπήκε στη ζωή του αργότερα, σχεδόν αθόρυβα. Υπήρξαν δοκιμές, αποτυχημένα φιλμ, τεχνικά προβλήματα, συμβουλές από ανθρώπους που γνώριζαν περισσότερα και μια επίμονη ανάγκη να καταλάβει τι μπορεί να κάνει μια μηχανή όταν απέναντί της βρίσκονται ένας άνθρωπος, ένα τοπίο και το σωστό φως. Μεγαλωμένος ανάμεσα σε τεχνίτες, έμαθε να βλέπει και τη φωτογραφία σαν τέχνη που απαιτεί υπομονή, ακρίβεια και δουλειά. Για τον Τλούπα η φωτογραφική μηχανή δεν ήταν το σημαντικότερο· ήταν το εργαλείο για να αποδώσει αυτό που είχε ήδη δει. Τη χρησιμοποίησε σαν εργαλείο που έπρεπε πρώτα να μάθεις, όπως μαθαίνεις το ξύλο, το μέταλλο ή οποιοδήποτε υλικό αντιστέκεται μέχρι να καταλάβεις τη φύση του.


Η φωτογραφία έγινε επάγγελμα και μαζί της ήρθε η αναγκαία καθημερινότητα: γάμοι, βαφτίσεις, κοινωνικές εκδηλώσεις, πορτρέτα ανθρώπων που ήθελαν να κρατήσουν μια εικόνα του εαυτού τους. Παράλληλα όμως άρχισε μια δεύτερη ζωή πολύ μεγαλύτερη. Η Λάρισα και ο θεσσαλικός κάμπος έγιναν ένα αχανές πεδίο παρατήρησης. Για δεκαετίες ο Τλούπας περπατούσε, ταξίδευε, περίμενε, επέστρεφε στους ίδιους τόπους και κατέγραφε μια κοινωνία που μεταμορφωνόταν. Το φωτογραφικό του αρχείο έφτασε να περιλαμβάνει δεκάδες χιλιάδες αρνητικά και μέσα του διασώθηκαν η μεταπολεμική Λάρισα, η καθημερινότητα του κάμπου, άνθρωποι, επαγγέλματα, έθιμα και τρόποι ζωής που ο χρόνος άρχισε να αποσύρει με ολοένα μεγαλύτερη ταχύτητα.

Εκεί ακριβώς ο Τλούπας μοιάζει σήμερα πολύ πιο σύγχρονος από τις ασπρόμαυρες εικόνες του. Είχε καταλάβει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν είναι μόνο όσα φέρνει μαζί του. Είναι και όσα εξαφανίζει. Οι μηχανές αντικαθιστούν εργασίες που είχαν επιβιώσει για γενιές, οι πόλεις αλλάζουν πρόσωπο, τα επαγγέλματα χάνονται, τα τοπία μετασχηματίζονται τόσο αργά ώστε πολλές φορές αντιλαμβανόμαστε την αλλαγή μόνο όταν έχει ολοκληρωθεί. Ο ίδιος το είχε περιγράψει με μια φράση που μοιάζει να περιέχει ολόκληρο το έργο του: έβλεπε πράγματα που οι άλλοι δεν έβλεπαν και καταλάβαινε ότι θα χαθούν. Από αυτή τη συνειδητοποίηση, έλεγε, γεννήθηκε μέσα του η «αγωνία της απαθανάτισης».
Αν ξαναδείς τις φωτογραφίες του έχοντας αυτή τη φράση στο μυαλό σου, αποκτούν άλλο βάρος. Ο άνθρωπος που δουλεύει στο χωράφι δεν είναι πια απλώς ένας αγρότης που έτυχε να περάσει μπροστά από τον φακό. Είναι ένας άνθρωπος μέσα σε μια εργασία που μπορεί να γινόταν σχεδόν με τον ίδιο τρόπο επί γενιές και τώρα βρίσκεται κοντά στην εξαφάνισή της. Η παλιά Λάρισα δεν είναι μια όμορφη πόλη την οποία πρέπει να νοσταλγήσουμε. Είναι μια πόλη τη στιγμή που αλλάζει δέρμα. Και το τοπίο δεν βρίσκεται στο βάθος για να συμπληρώσει τη σύνθεση. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο άνθρωπος, εργασία και χρόνος έχουν ακόμη μια σχέση μεταξύ τους.


Γι’ αυτό και οι μορφές του δεν μοιάζουν ποτέ με «γραφικούς τύπους» της ελληνικής υπαίθρου. Ο Τλούπας δεν τους χρησιμοποιεί για να κατασκευάσει λαογραφία. Τους επιτρέπει να υπάρχουν μέσα στην εικόνα με την κούραση, την ηλικία, τη δουλειά, το σώμα και την αξιοπρέπειά τους. Συχνά ο άνθρωπος είναι μικρός απέναντι στο μέγεθος του τόπου αλλά ποτέ ασήμαντος. Το τοπίο δεν τον καταπίνει και εκείνος δεν το καταλαμβάνει. Στο έργο του υπάρχει μια παράξενη ισορροπία όπου η ανθρώπινη παρουσία και ο ορίζοντας φαίνεται να γνωρίζουν ακριβώς πόσο χώρο χρειάζονται.
Αυτή η ισορροπία δεν θα υπήρχε χωρίς το φως. Η ομίχλη, οι σκιές, η υγρασία, τα νερά, εκείνες οι ώρες της ημέρας όπου τα αντικείμενα χάνουν λίγο από το περίγραμμά τους επιστρέφουν ξανά και ξανά στις εικόνες του. Το φως στον Τλούπα δεν έρχεται για να κάνει τον κόσμο πιο όμορφο. Τον κάνει περισσότερο αισθητό. Ένα γνώριμο τοπίο μπορεί ξαφνικά να μοιάζει άγνωστο, ένα πρόσωπο να αποκτήσει βάθος, μια συνηθισμένη στιγμή να αποκολληθεί για λίγο από την καθημερινότητά της. Οι αναλύσεις του έργου του έχουν επισημάνει ακριβώς αυτή τη λειτουργία του φωτός, ως τρόπο να αποκαλύπτεται μια διαφορετική γλώσσα του τοπίου και όχι απλώς ως τεχνικό μέσο μιας ωραίας εικόνας.

Γι’ αυτό έχει πραγματική σημασία να δούμε τώρα τον Τλούπα έξω από τη Θεσσαλία. Οι εικόνες της «άλλης Ευρώπης» μπορούν να λειτουργήσουν σχεδόν σαν δοκιμασία της ίδιας του της φωτογραφικής ταυτότητας. Αφαιρείς τον κάμπο, τη Λάρισα, τους οικείους ανθρώπους και μένει το βλέμμα. Αν αναγνωρίζεις στις ευρωπαϊκές φωτογραφίες την ίδια υπομονή, την ίδια περιέργεια για τον άνθρωπο, την ίδια ευαισθησία απέναντι στη μικρή στιγμή που κάποιος άλλος θα προσπερνούσε, τότε η απάντηση γίνεται προφανής. Ο Τλούπας δεν ήταν μεγάλος φωτογράφος επειδή είχε μπροστά του τη Θεσσαλία. Η Θεσσαλία στάθηκε τυχερή επειδή είχε μπροστά της τον Τλούπα.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον σήμερα, σε μια εποχή όπου όλοι είμαστε φωτογράφοι και σχεδόν τίποτε δεν μας αναγκάζει πραγματικά να κοιτάξουμε. Μέσα σε μία εβδομάδα μπορούμε να τραβήξουμε περισσότερες εικόνες απ’ όσες ένας φωτογράφος της εποχής του θα τραβούσε σε μήνες. Σηκώνουμε το κινητό πριν ακόμη αποφασίσουμε τι θέλουμε να θυμόμαστε. Ένα φαγητό, ένα ταξίδι, μια συναυλία, ένα πρόσωπο, ένα ηλιοβασίλεμα γίνονται εικόνα σχεδόν πριν γίνουν εμπειρία. Η φωτογραφία είναι δωρεάν, στιγμιαία, απεριόριστη. Αλλά η αφθονία των εικόνων δεν μας έκανε αναγκαστικά καλύτερους στο να βλέπουμε. Μπορεί να έκανε ακριβώς το αντίθετο.

Ο Τλούπας είχε φιλμ που τελείωνε, κάθε καρέ κόστιζε και δεν υπήρχε μια μικρή οθόνη στην πλάτη της μηχανής για να του πει αν πέτυχε τη λήψη. Έπρεπε να περιμένει. Να παρατηρήσει. Να αποφασίσει ότι αυτό που βρισκόταν μπροστά του άξιζε ένα κομμάτι από το φιλμ του και, κυρίως, από την προσοχή του. Δεν μπορούσε να φωτογραφίσει τα πάντα και γι’ αυτό έπρεπε να επιλέξει τι άξιζε να σωθεί. Εμείς λύσαμε το πρόβλημα του περιορισμένου φιλμ και αποκτήσαμε ένα άλλο: έχουμε τόσες εικόνες ώστε συχνά δεν ξέρουμε πλέον ποια από αυτές έχει πραγματικά σημασία.
Ο Τάκης Τλούπας δεν μπορούσε να σταματήσει τον χρόνο και το γνώριζε. Οι άνθρωποι θα έφευγαν, τα επαγγέλματα θα εξαφανίζονταν, τα σπίτια θα γκρεμίζονταν, οι πόλεις θα άλλαζαν, τα δέντρα θα κόβονταν και ακόμη και ένα τοπίο που έμοιαζε αιώνιο θα μπορούσε κάποτε να μην υπάρχει με τον ίδιο τρόπο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βρίσκεται εκεί αρκετά νωρίς ώστε να το δει. Περισσότερο από είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, γι’ αυτό οι φωτογραφίες του δεν λειτουργούν απλώς ως αρχείο μιας Ελλάδας που χάθηκε. Μας επιστρέφουν μια πολύ πιο δύσκολη ερώτηση. Τι υπάρχει σήμερα μπροστά στα μάτια μας που σε είκοσι χρόνια θα κοιτάζουμε σε μια φωτογραφία και θα αναρωτιόμαστε πώς δεν καταλάβαμε ότι εξαφανιζόταν; Ο Τάκης Τλούπας έκανε αυτή την ερώτηση με τη μηχανή του σε όλη του τη ζωή. Και ίσως γι’ αυτό έβλεπε όσα οι άλλοι δεν έβλεπαν.
Πληροφορίες
Μια άλλη Ευρώπη-Τάκης Τλούπας
Εγκαίνια: Παρασκευή 2 Οκτωβρίου, 19:00
Είσοδος ελεύθερη
Γκαλερί Ελληνοαμερικανικής Ένωσης
Μασσαλίας 22, Αθήνα
Ώρες λειτουργίας:
Δευτέρα – Παρασκευή: 12:00 – 20:00
Σάββατο: 10:00 – 14:00
Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.
Πρόσθεσε το BlackBook στην Google







