Skip to main content

Το 1971, το The Devils του Κεν Ράσελ έμοιαζε με ταινία που είχε κατασκευαστεί για να προκαλέσει προβλήματα. Είχε γυμνές καλόγριες, θρησκευτική έκσταση, βασανιστήρια, σεξουαλική καταπίεση και μια σκηνή που έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου με τον καθόλου διακριτικό τίτλο «Rape of Christ». Οι λογοκριτές έκοψαν, η Warner Bros. έκοψε κι άλλο και η ταινία άρχισε να κυκλοφορεί σαν τραυματισμένο έργο, διαφορετικό ανάλογα με τη χώρα, την κόπια και το πόσο μακριά ήταν διατεθειμένος να φτάσει κάθε διανομέας. Πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, το The Devils επιστρέφει αποκατεστημένο σε 4K, στην πληρέστερη επίσημη εκδοχή του. Η διάρκειας 114 λεπτών εκδοχή έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στις Κάννες τον περασμένο Μάιο και αποτελεί την πρώτη επίσημη δημόσια κυκλοφορία της ταινίας στην εκδοχή που αντιστοιχεί στις επιθυμίες του σκηνοθέτη. Στην Ελλάδα θα προβληθεί για πρώτη φορά ολόκληρη στις 32ες Νύχτες Πρεμιέρας, πριν κυκλοφορήσει σε περιορισμένες κινηματογραφικές προβολές από την Tanweer στις 12 Νοεμβρίου.Για δεκαετίες κουβαλούσε τη φήμη μιας ταινίας που δεν μπορούσαμε πραγματικά να δούμε όπως την είχε φανταστεί ο δημιουργός της. Τώρα μπορούμε, και η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι η πιο ακραία πλευρά της δεν βρίσκεται καθόλου στο σεξ.

Βρισκόμαστε στο Λουντέν της Γαλλίας, το 1634. Η κεντρική εξουσία επιχειρεί να περιορίσει τις τελευταίες εστίες αντίστασης και ο πατέρας Ουρμπέν Γκραντιέ, τον οποίο υποδύεται ο Όλιβερ Ριντ, στέκεται στη μέση. Δεν είναι άγιος, ούτε ο Ράσελ προσπαθεί να τον κάνει. Είναι αλαζόνας, γυναίκας και βαθιά ερωτευμένος με την ελευθερία του, αλλά έχει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: αρνείται να υποχωρήσει όταν η εξουσία αποφασίζει ότι πρέπει. Απέναντί του βρίσκεται η αδελφή Ζαν με την Βανέσα Ρεντγκρέιβ, ηγουμένη των Ουρσουλινών, παγιδευμένη ανάμεσα στην πίστη, στην επιθυμία και στη φαντασίωσή της για εκείνον. Όταν αρχίζει να ισχυρίζεται ότι ο Γκραντιέ την επισκέπτεται με δαιμονική μορφή, η προσωπική εμμονή μετατρέπεται σε δημόσια αλήθεια. Οι υπόλοιπες μοναχές εμφανίζονται δαιμονισμένες, φτάνουν εξορκιστές, αρχίζουν ανακρίσεις, συγκεντρώνεται κόσμος και η θρησκευτική τελετή γίνεται θέαμα.

Εκεί το The Devils παύει να είναι απλώς μια ταινία για έναν εξωφρενικό 17ο αιώνα. Ο Ράσελ καταλαβαίνει ότι, από ένα σημείο και μετά, μια κοινωνία δεν χρειάζεται αποδείξεις για να πιστέψει κάτι. Χρειάζεται μόνο αρκετούς ανθρώπους που να συμπεριφέρονται σαν να έχει ήδη αποδειχθεί. Οι εξορκισμοί γίνονται απόδειξη του δαιμονισμού, οι κατηγορίες απόδειξη της ενοχής και το ίδιο το θέαμα αρχίζει να κατασκευάζει την αλήθεια του. Δεν χρειάζεται κάποιος να αποδείξει ότι ο Γκραντιέ είναι ένοχος όταν όλοι γύρω του έχουν ήδη αρχίσει να συμπεριφέρονται σαν να είναι.

Ακόμη και ο κόσμος της ταινίας αρνείται να μας δώσει την ασφαλή απόσταση του ιστορικού δράματος. Ο νεαρός τότε Ντέρεκ Τζάρμαν χτίζει ένα Λουντέν τόσο λευκό και αφύσικα καθαρό, ώστε ο 17ος αιώνας μοιάζει ξαφνικά με δυστοπία που δεν έχει ακόμη συμβεί. Ο Ράσελ δεν θέλει να κοιτάζουμε όσα συμβαίνουν σαν παράξενες αγριότητες ενός μακρινού παρελθόντος. Θέλει να αισθανθούμε ότι ο μηχανισμός που τα παράγει θα μπορούσε να λειτουργήσει ξανά.

Γι’ αυτό δεν κινηματογραφεί απλώς την υστερία, μας βάζει μέσα της. Η κάμερα φωνάζει, τα σώματα συσπώνται, η μουσική επιτίθεται, οι άνθρωποι ουρλιάζουν και η υπερβολή γίνεται η γλώσσα της ταινίας. Μπορείς να δεις μια αίθουσα γεμάτη γυμνές μοναχές μέσα σε θρησκευτικό και σεξουαλικό παραλήρημα και να συμπεράνεις ότι ο Ράσελ θέλει απλώς να σοκάρει. Αν μείνεις λίγο περισσότερο, βλέπεις κάτι πιο ανησυχητικό: έναν σκηνοθέτη που καταλαβαίνει πώς το σοκ μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο εξουσίας. Οι κάτοικοι του Λουντέν πηγαίνουν στους δημόσιους εξορκισμούς σαν να πηγαίνουν σε παράσταση. Κοιτούν, γελούν, συμμετέχουν. Η εξουσία τούς προσφέρει θέαμα και το θέαμα τους προσφέρει έναν ένοχο.

Ο Γκραντιέ ξεκινά ως άνθρωπος που χρησιμοποιεί την εξουσία του και καταλήγει ως άνθρωπος που ανακαλύπτει τι σημαίνει να βρίσκεται στην άλλη πλευρά της. Η ερμηνεία του Ριντ είναι τόσο δυνατή επειδή δεν ζητά ποτέ να τον αγαπήσουμε. Δεν χρειάζεται να γίνει καλύτερος άνθρωπος για να αποκτήσει το δικαίωμα να μη βασανιστεί. Η Ρεντγκρέιβ, αντίστοιχα, αρνείται να μετατρέψει την αδελφή Ζαν σε απλή καρικατούρα καταπιεσμένης επιθυμίας. Τη δείχνει να κατοικεί μέσα σε μια πραγματικότητα που κατασκευάζεται γύρω της μέχρι που ούτε η ίδια μπορεί πια να ξεχωρίσει την επιθυμία από την πίστη και τη φαντασίωση από την αποκάλυψη.

Γι’ αυτό η επιστροφή του The Devils το 2026 είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την αποκατάσταση ενός cult κινηματογραφικού σκανδάλου. Το σεξ που κάποτε το έκανε αδιανόητο έχει χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής του να σοκάρει. Οι εικόνες από τις οποίες οι λογοκριτές πίστευαν ότι έπρεπε να προστατεύσουν το κοινό δύσκολα μπορούν σήμερα να ανταγωνιστούν όσα περνούν καθημερινά από μια οθόνη κινητού. Αυτό που δεν γέρασε είναι ο μηχανισμός. Μια κατηγορία επαναλαμβάνεται μέχρι να αποκτήσει το βάρος γεγονότος. Το πλήθος συμμετέχει μέχρι που η συμμετοχή του γίνεται απόδειξη. Και όταν εμφανίζεται η εξουσία για να βάλει τάξη, ο ένοχος έχει ήδη κατασκευαστεί.

Το 1971 το ερώτημα ήταν πώς ο Κεν Ράσελ τόλμησε να δείξει τόσα πολλά. Το 2026 είναι πώς κατάφερε να τα δει τόσο νωρίς.

Η uncut βερσιόν της ταινίας «Οι Δαιμονισμένες» («The Devils») του Κεν Ράσελ προβάλλεται στις 32ες Νύχτες Πρεμιέρας στις 4 Οκτωβρίου 2026 και θα κυκλοφορήσει κανονικά στις ελληνικές αίθουσες από την Tanweer στις 12 Νοεμβρίου 2026.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki