Skip to main content

Ο Θοδωρής Σκυφτουλης μιλά για το θέατρο ως πολιτική πράξη και για τα ψυχικά του αντίβαρα απέναντι στις αφομοιωτικές νόρμες της εποχής.

Συναντώ τον Θοδωρή ένα βαρύθυμο μεσημέρι του αποκαρδιωτικού αυτού Σεπτέμβρη, λίγο πριν εκείνος καταδυθεί ξανά στα σκοτεινά υπόγεια του Στάϊνμπεκ και μπει για δεύτερη χρονιά στα σκισμένα παπούτσια του άδολου σκοτεινόφωτου Λένου. Έρχεται χαμογελαστός και ελαφρύς-σαν μια ευπρόσδεκτη παρέκβαση που χρειαζόμουν-φορώντας λουλουδάτο πουκάμισο και τα πορτοκαλί σπασμένα του γυαλιά που λίγο μετά θα φορέσει ακομπλεξάριστα για τη φωτογράφιση. Δεν είναι η πρώτη φορά που με εκπλήσσει θετικά η παιδικότητα με την οποία βάζει τον εαυτό του στα πράγματα παρόλο που υποθέτει κανείς πως αυτή θα είχε κρυφτεί νωρίς κάτω από το βάρος της γενιάς από την οποία έλκει την καταγωγή του.

Ο Θοδωρής Σκυφτούλης είναι —φύσει, θέσει— πολιτικό ον και σαν τέτοιο εκπονεί τη θεατρική διαδικασία & εν γένει τη ζωή του—παρόλο που οι περισσότεροι ρόλοι του έχουν μια φυσική ροπή προς το περιθώριο. Το υποκριτικό του εκτόπισμα δεν βρίσκεται μόνο στην ένταση της παρουσίας του, αλλά κυρίως στον τρόπο που κατοικεί αυτές τις οριακές υπάρξεις χωρίς να τις εξωραΐζει και χωρίς να τους αφαιρεί την ανθρώπινη θερμοκρασία τους. Κι έξω από τη σκηνή, αυτό που μένει περισσότερο είναι μια ατόφια ευγνωμοσύνη, μια ανοιχτωσιά και μια περιέργεια για τους ανθρώπους που μοιάζουν να τροφοδοτούν και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει.

Συνεχίζεις δεύτερη χρονιά στο Άνθρωποι και Ποντίκια και συμπεραίνω πως η χαρά σου είναι μεγάλη.

Είναι η δεύτερη φορά που συναντιέμαι με τον Βασίλη Μπισμπίκη μετά το Έγκλημα και Τιμωρία αλλά τώρα μ’ αυτό που κάνουμε στο Cartel νιώθω την συνάντηση αυτή πραγματικά συνθήκη ζωής.

Τι είναι αυτό που κάνει σκηνοθετικά και είναι τόσο αξιοσημείωτο, πέρα απ’ το γεγονός οτι ο ρόλος του Λένου είναι από γραφής καταιγιστικός;

Ο Βασίλης ποντάρει πολύ στον άνθρωπο. Τον ενδιαφέρει πρώτα ο άνθρωπος και μετά η παράσταση και αυτό σε ανοίγει τρομερά. Δεν έχει ψήγμα ζήλειας, ψευτοεξυπνάδας ή ψευτοανωτερότητας και αυτό σου δίνει μεγάλη ελευθερία και δημιουργεί μια αιώρηση στα πράγματα τρομερά λειτουργική. Τουλάχιστον σ’ εμένα. Εντωμεταξύ, ψάχνεις ταυτόχρονα τι κρύβεται πίσω απ’ όλο αυτό το «καλό» που κουβαλάει και δεν κρύβεται τίποτα. Είναι ένας βαθιά καθαρός άνθρωπος ο Βασίλης. Αυτό πιστεύω τον χαρακτηρίζει.

Νιώθεις ότι σήμερα η τέχνη έχει μεγαλύτερη ανάγκη από καθαρότητα και λιγότερους συμβιβασμούς;

Ναι, ειδικά τώρα που βλέπουμε ότι η τέχνη δυστυχώς έχει σταματήσει να ταρακουνάει και έχει αναλάβει τον ρόλο, του να διασκεδάζει. Το κοινό έτσι κι αλλιώς προσαρμόζει το κομμάτι τέχνης που εισπράττει, σ’ αυτό που μπορεί να μεταβολίσει. Αυτό δεδομένα συμβαίνει όπως και στη ζωή άλλωστε. Το πρόβλημα είναι πως αυτό έχει γίνει αυτοσκοπός πια. Κάνει ο άλλος μια παράσταση με μοναδικό σκοπό να ικανοποιήσει τον θεατή, αντί να τον μετακινήσει. Και όσο αυτό γίνεται κανόνας, τόσο μεγαλώνει και η αντίσταση του ίδιου του θεατή στο να επιτρέψει στην τέχνη να του ξεκλειδώσει πράγματα που κανονικά θα έπρεπε να τον φέρνουν αντιμέτωπο με τον εαυτό του. Βλέπουμε κοινώς την τέχνη να προσαρμόζεται στις ανάγκες και στις ασφάλειες του θεατή, ενώ θα ’πρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Παραγωγούς να επισπεύδουν τις πρεμιέρες, αδιαφορώντας τελικά για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Έχει επικρατήσει μια σχεδόν εμμονική λογική του sold out, που επηρεάζει πια τον τρόπο με τον οποίο φτιάχνονται οι παραστάσεις.

© Εύα Καλύβη Ζαμπετάκη

Παίζεις κι εσύ σε sold out παραστάσεις, οπότε αυτή η κριτική έχει άλλη βαρύτητα. Δεν μιλάς ως κάποιος που βρίσκεται έξω απ’ αυτό το σύστημα.

Ναι, δεν το λέω παραπονούμενος. Έχω παίξει σε παραστάσεις sold out και έχω φύγει κι από τέτοιες, γιατί θεωρούσα ότι το sold out δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, και αντίστοιχα έχω μείνει σε παράσταση που είναι sold out, γιατί ένιωθα ότι αυτό συμβαίνει για τους σωστούς λόγους.

Ποιος είναι λοιπόν, ο σωστός λόγος;

Η τέχνη οφείλει να ξεβολεύει τον θεατή, να τον ταρακουνάει, να τον μετακινεί από την ασφάλειά του. Αυτός, για μένα, είναι ένας σωστός λόγος. Και πολύ πιο ουσιαστικός από το να φτιάχνεις μια παράσταση απλώς και μόνο για να αρέσει. Δυστυχώς, βλέπω όλο και συχνότερα σημαντικά έργα να πετσοκόβονται στον βωμό της ικανοποίησης του κοινού και, την ίδια στιγμή, όλο και περισσότερους θεατές να αρνούνται να κουνηθούν έστω και μια ίντσα από την ασφάλειά τους, για να μπουν σε κάτι που μπορεί να είναι πάλι δικό τους, αλλά είναι πιο δύσκολο, πιο απαιτητικό.

Αυτό αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με πελατειακή σχέση παρά με καλλιτεχνική.

Ναι. Και αυτό οδηγεί σε μια στασιμότητα της τέχνης που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Το ίδιο συμβαίνει όταν το κοινό απομονώνει ένα κομμάτι του καλλιτέχνη για να τον θαυμάσει, να τον αποθεώσει ή, αντίστοιχα, να τον σταυρώσει. Κι αυτό δημιουργεί νέες αγκυλώσεις. Βλέπεις, για παράδειγμα, μια ταινία του Οικονομίδη και πριν ακόμη τη δουν έχουν αποφασίσει ότι «εντάξει, πάλι θα βρίζουν», ενώ εκείνος αποδεικνύει ξανά ότι το σύμπαν του είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτή την εύκολη ταμπέλα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με μια παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου, που προκαλεί αντιδράσεις πριν καν ξεκινήσει, ή με έναν τραγουδιστή που το κοινό έχει αποφασίσει να αγαπά μόνο μέσα από μια συγκεκριμένη εικόνα του. Κι αν ανακαλύψει ότι η πραγματική του ζωή δεν χωρά σε όσα εκείνο θεωρεί αποδεκτά, ξαφνικά σοκάρεται.

Ο καλλιτέχνης, όμως, είτε είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης είτε τραγουδιστής, ανεβαίνει στη σκηνή ολόκληρος. Και αυτό το «ολόκληρος» περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από τα κομμάτια που επιλέγει ο θεατής να κρατήσει στο μυαλό του. Ένας ηθοποιός δεν αφήνει τη ζωή του στα παρασκήνια για να ερμηνεύσει έναν ρόλο. Τη φέρνει μαζί του στη σκηνή.

Στο Άνθρωποι και Ποντίκια, ένα έργο από μόνο του σκληρό και ανελέητο, η σκηνοθετική ωμότητα του Μπισμπίκη ανοίγει ακόμη περισσότερο τη ρωγμή. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, τι άνθρωπος — και τι «ποντίκι» — είναι ο δικός σου Λένος;

Ο Στάινμπεκ έγραψε σ’ αυτό το έργο για μια μικρή κοινωνία σε κατάσταση εξαίρεσης. Ο Λένος λοιπόν είναι το επίκεντρο αυτού του κόσμου. Είναι ο εκπρόσωπος μιας κοινωνίας που δεν φαίνεται, δεν φανερώνεται. Κι αυτό είναι πολύ γοητευτικό και επικίνδυνο συνάμα.

© Εύα Καλύβη Ζαμπετάκη

Πόσο επίκαιρο ακούγεται αυτό σε μια εποχή όπου όλο και περισσότερα μοιάζουν να κρύβονται αντί να αποκαλύπτονται;

Ναι, και δυστυχώς πολλές φορές η ίδια η τέχνη καταλήγει να σιγοντάρει αυτή τη λογική. Αντί να ξεβολεύει τον θεατή, προσαρμόζεται όλο και περισσότερο στην ανάγκη να τον ικανοποιήσει. Το βλέπεις και στον τρόπο με τον οποίο φτιάχνονται πια οι παραστάσεις. Αν αγνοήσεις τον χρόνο που χρειάζεται πραγματικά μια δημιουργική διαδικασία, τον χρόνο που χρειάζεται για να αποκαλυφθούν τα κομμάτια ενός έργου και να καταλάβεις τι ακριβώς έχεις να επικοινωνήσεις, μόνο και μόνο επειδή υπάρχει η πίεση να βγει η παράσταση μια συγκεκριμένη ημερομηνία τον Οκτώβριο, δεν υπηρετείς τη δημιουργία. Την αδρανοποιείς. Κι εκεί θεωρώ ότι βρίσκεται ένα από τα μεγάλα προβλήματα του θεάτρου σήμερα. Έχει αρχίσει να φθίνει ως προς την ίδια την καλλιτεχνική πρόταση. Και φοβάμαι ότι αυτή η χρονιά θα είναι ακόμη φτωχότερη σ’ αυτό το επίπεδο.

Κι όμως, σήμερα βλέπουμε περισσότερες παραστάσεις με πολιτικό και κοινωνικό πρόσημο και περισσότερους σκηνοθέτες να επιχειρούν ένα θέατρο άμεσο, ρεαλιστικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει και μεγαλύτερη καλλιτεχνική ζωντάνια;

Όχι απαραίτητα. Το ερώτημα για μένα είναι άλλο: περιμένεις πια με πραγματική αγωνία την καινούργια δουλειά κάποιου; Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι περίμενες μια νέα παράσταση του Βογιατζή, παρότι δεν έκανε εμφανώς πολιτικό θέατρο, ή μια νέα σκηνοθετική πρόταση του Μαρμαρινού. Ο Εθνικός Ύμνος ας πούμε, με είχε σημαδέψει τόσο, που με έκανε να αναρωτηθώ ακόμη και αν θέλω να συνεχίσω να ασχολούμαι με την τέχνη. Σήμερα δεν νιώθω ότι υπάρχει στον ίδιο βαθμό αυτή η προσμονή. Όλα γίνονται πολύ γρήγορα, πολύ βιαστικά, με βασικό άγχος «να βγει η παράσταση». Και κάπως έτσι η ίδια η δημιουργική διαδικασία έχει εμποτιστεί με το δηλητήριο του sold out.

Έβαλες σε μια πρόταση τις λέξεις συνταγή και δηλητήριο μαζί.

Ναι, φαντάσου πόσο μ´ενοχλεί αυτό που συμβαίνει. Μας οδηγεί σε τεράστιο αδιέξοδο.

Μπορεί ένα τέτοιο αδιέξοδο να γίνει τελικά και αφετηρία για κάτι καινούργιο;

Ναι, φυσικά. Και το αναζητώ κιόλας. Έχω βρεθεί σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο και από εκεί έχουν προκύψει μερικά από τα σπουδαιότερα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου. Θυμάμαι, για παράδειγμα, όταν έπαιξα παραστάσεις σε καφενεία στο Αγρίνιο, μπροστά σε ανθρώπους που δεν είχαν καμία εξοικείωση με το θέατρο. Για μένα αυτό είναι τέχνη: να καταφέρεις να μετακινήσεις ακόμη κι εκείνον που στην αρχή σε κοιτάζει και σκέφτεται «τι κάνουν τώρα αυτοί οι περίεργοι;».

© Εύα Καλύβη Ζαμπετάκη

Σε πείσμα της ιλιγγιώδους ταχύτητας των καιρών, εσύ επιμένεις να δίνεις τον απαιτούμενο χρόνο και σεβασμό σε ό,τι κάνεις.  Στα Φαντάσματα ας πούμε σε βλέπουμε σε έναν φαινομενικά ανάλαφρο κωμικό ρόλο, αλλά φαίνεται ότι υπάρχει αρκετή δουλειά από πίσω

Ναι, μου αρέσει πολύ αυτός ο ρόλος και θεωρώ πολύ πρωτότυπη τη δουλειά που έχουν φτιάξει ο Θοδωρής Πετρόπουλος, που υπογράφει το σενάριο, και όλοι οι συντελεστές. Κάνω τον Βαγγέλη ο οποίος είναι ένα φάντασμα  Έλληνα Νεατερνταλ, και από την αρχή προσπάθησα να σκεφτώ πώς θα βίωνα εγώ κάτι τέτοιο αν μου συνέβαινε. Γενικά προσπαθώ στη μελέτη ενός ρόλου να μην ερευνώ τους χαρακτήρες από απόσταση, να μην γίνεται ντοκιμαντερίστικο, αλλά να βάζω κάτι απ’ την αλήθεια μου σε καθέναν απ´αυτούς.

Αναρωτιέμαι αν προσεγγίζεις όλους τους ρόλους σου έτσι-παρ’ όλη τη δυσκολία και το ενδεχόμενο βάρος που έχουν-και αν απ´αυτό προκύπτει αυτή η παιδικότητα η οποία διατρέχει όλες σου τις ερμηνείες…

Εγώ δεσμεύομαι πολιτικά μέσα μου. Και, παρότι αυτό μπορεί να ακούγεται σαν ένας περιορισμός, εμένα τελικά με απελευθερώνει. Θέλω να εκφράζομαι πολιτικά πάνω στη σκηνή. Γι’ αυτό, σε κάθε χαρακτήρα ψάχνω το πολιτικό του πρόσημο, αλλά και το «παράξενο». Αυτοί είναι οι άξονες που με ενδιαφέρουν. Δεν με απασχολεί τόσο αν θα παίξω τον καλό, τον κακό, τον όμορφο ή τον γόη. Με ενδιαφέρει περισσότερο, για παράδειγμα, πώς ένας άνθρωπος που δεν χωρά στην εικόνα του «γόη» μπορεί να γίνει γόης και να σε ξεγελάσει.

Στον Τυχαίο Θάνατο Ενός Αναρχικού, ας πούμε, ο διοικητής ήταν ένας σάπιος τύπος που κατείχε εξουσία. Αν ο θεατής δει σ’ αυτόν μόνο μια καρικατούρα και δεν αναρωτηθεί γιατί αυτό που βλέπει του προκαλεί γέλιο ή θυμό, τότε επιστρέφουμε σε αυτό που λέγαμε πριν: ότι πολλές φορές ο θεατής προσλαμβάνει αυτό που θέλει ή αυτό που αντέχει να δει, όχι απαραίτητα αυτό που βρίσκεται μπροστά του.

Και όταν η ίδια η πραγματικότητα έχει γίνει τόσο ακραία, δεν μπορείς εύκολα να απορρίπτεις κάτι στη σκηνή ως «extreme». Όταν έχεις τον Τραμπ ως πλανητάρχη, όλα τα θεατρικά extremes μαζί μοιάζουν λιγότερο extreme. Κι αν αρνείσαι να το δεις, ίσως είναι επειδή έχεις ανάγκη να κρυφτείς μέσα σε μια επίπλαστη ασφάλεια και να πεις: «Εντάξει μωρέ, δεν είναι και τόσο χάλια τα πράγματα».

Ο Υπολοχαγός του Ίνισμορ που θα σε δούμε φέτος είναι επίσης ένα βαθιά πολιτικό έργο…

Ναι, κι είναι απ’ τους αγαπημένους συγγραφείς ο Μακντόνα. Πέρα από βαθιά πολιτικός, είναι και πολύ κοντά σ’ αυτό που μεταφράζω εγώ σκηνικά ως μαύρη κωμωδία, το «αντίστροφο» που λέμε, το «παράλογο». Κάνω έναν πατέρα που ο ένας του γιος είναι τρομοκράτης και μέλος του IRA κ ο άλλος είναι το «παιδί του». Στην προσπάθεια να διαχειριστεί τους δύο ετερόκλητους γιους του παλινδρομεί σε αυτά τα δίπολα εξουσίας-βίας στα οποία υπόκεινται όλοι οι ήρωες λίγο πολύ, καθώς το έργο πραγματεύεται τις σχέσεις εξουσίας που υπάρχουν ενδοοικογενειακά. Αυτοί είναι τόποι που με έλκουν ιδιαίτερα να ερευνώ σκηνικά. Είμαι πολύ χαρούμενος και με τιμά η συμμετοχή μου σ αυτήν την παράσταση γιατί αφενός είχα δει το πρώτο ανέβασμα εκεί με τον Πιατά και αφετέρου είναι στο πλαίσιο του αφιερώματος για τα 30 χρόνια του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

© Εύα Καλύβη Ζαμπετάκη

Σε τι βαθμό καθορίζει τις επιλογές σου η ανάγκη το θέατρο που κάνεις να έχει πολιτικό πρόσημο;

Όχι στον μεγαλύτερο, παρότι μπορεί να φαίνεται έτσι. Οι συνεργάτες παίζουν τον μεγαλύτερο ρόλο. Με βάση αυτούς επιλέγω, θέλω να με εκφράζει η συνεργασία, να έχουμε έναν κοινό κώδικα. Έχω ευτυχήσει τα τελευταία χρόνια να συμβαίνει αυτό. Κι αυτό μου λειτουργεί ανεξάρτητα απ’ το αν η προσπάθεια στεφθεί με επιτυχία ή όχι. Είναι πολύ ισχυρή η ανάγκη να συνεργάζομαι όμορφα αλλιώς εγκλωβίζομαι, είναι τρομερά πυρηνικό αυτό για μένα. Έχει νόημα δηλαδή να μπορώ να βρω κάτι στη διάρκεια των προβών για να μπορώ να εκφραστώ. Κι αυτό μου συμβαίνει με τις καλές συνεργασίες. Θυμάμαι στους Σφήκες της Λένας Κιτσοπούλου, υπήρχε μια σκηνή που με συγκινούσε τόσο που μ’ έπιαναν τα κλάματα κάθε φορά που την έπαιζα κι η Λένα αρχικά νόμιζε ότι απλώς παίζω τη σκηνή. Εγώ όμως είχα βρει κάτι πολύ προσωπικό και πολιτικό ταυτόχρονα εκεί.

Θέλεις να μου πεις ποια σκηνή ήταν και με ποιο δικό σου βίωμα συναντήθηκε;

 Ναι αλλά δεν θέλω να φανεί πολύ δακρύβρεχτο. Ήταν μια σκηνή που με συλλαμβάναν δυο αστυνομικοί με πήγαιναν στο σπίτι και γυρνούσα στο κοινό λέγοντας κάτι. Αυτό μου έφερε στο μυαλό την εικόνα του πατέρα μου που όταν τον πήγαιναν στα δικαστήρια γυρνούσε και αυτός, μας κοιτούσε κι έλεγε πάντα κάτι. Αυτό λοιπόν που με συγκλόνιζε στις πρόβες απ’ τους Σφήκες δε μπορούσα να το αγνοήσω κι ούτε να το αφήσω απέξω.

Δεν θέλω να σε ρωτήσω ξανά πώς είναι να μεγαλώνεις ως γιος του Νώντα Σκυφτούλη. Θέλω όμως να σε ρωτήσω κάτι πιο συγκεκριμένο: σε ποιο βαθμό η πολιτική του ταυτότητα επηρέασε τον τρόπο που υπήρξε ως πατέρας;

Είχε πολύ αγάπη μέσα το μεγάλωμά μου. Και απ’ τον Νώντα και απ’ τη Μαριλένα. Πολλή αγάπη και πολλή αλήθεια. Θα σου πω μόνο αυτό, που νιώθω πως συνοψίζει κιόλας τα συν και τα πλην του τρόπου που μεγάλωσα. Το ότι θέλησα να κάνω κι εγώ οικογένεια και μάλιστα τόσο μικρός, στα 27 μου, αντικατοπτρίζει τον τρόπο που μεγάλωσα. Είχα περάσει καταπληκτικά στα παιδικά μου χρόνια. Υπήρχε πυρήνας κι αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό. Ναι μεν το κομμάτι της σύλληψης και γενικά όσα προέκυψαν από την πολιτική θέση του πατέρα μου, με ωρίμασαν κάπως βίαια, γιατί κάτι τέτοιο σε εγκαλεί σε δύσκολες περιοχές, αλλά κατά τ’ άλλα το μεγάλωμά μου είχε ουσία και νοιάξιμο πολύ.

© Εύα Καλύβη Ζαμπετάκη

Του το χρεώνεις ποτέ; Του θυμώνεις ποτέ για τη στάση του αυτή, που καθόρισε εμμέσως την απότομη ενηλικίωσή σου;

Όχι, καθόλου. Γι’αυτά όχι. Για άλλα του θυμώνω-ξέρεις-ψυχοθεραπευτικά! (Γελάει)

Νιώθω ότι υπάρχει μεγάλη περηφάνια όταν μιλάς για τις πολιτικές παραστάσεις στις οποίες έχεις συμμετάσχει. Πιάνεις ποτέ τον εαυτό σου να σκέφτεται λίγο ναρκισσιστικά «παραστασάρα, μπράβο μας»;

Κοίτα, αυτό το «μπράβο μας» ίσως συμβαίνει ασυνείδητα και γι’ αυτό κάνω κι αυτό το επάγγελμα. Σε συνειδητό επίπεδο αυτό της «παραστασάρας» που λες, το νιώθω όταν βλέπω ότι επικοινωνήθηκε αυτό που είχαμε να πούμε. Δηλαδή όταν τελειώνουμε και βλέπω ανθρώπους να κλαίνε από κάτω, κλαίω κι εγώ κυρίως απ’ τη συγκίνηση του ότι αυτό που καταθέσαμε σήμερα το βράδυ είχε αποδοχή, βρήκε αυτό που έπρεπε να βρει! Αυτό μου δημιουργεί τεράστια ικανοποίηση πάντα όμως ως ομαδικού αποτελέσματος, ότι η παράσταση πήγε καλά όχι ότι εγώ έπαιξα καλά. Αν εγώ είμαι «καλός» και η παράσταση είναι μέτρια, εγώ φρικάρω.

Το εντοπίζεις αυτό; Γιατί γενικά έχει συμβεί να παίζεις σε παραστάσεις που δεν καταλαβαίνεις αν ο κόσμος παραληρεί από θαυμασμό ή αποστροφή…           

Εξαρτάται απ’ το είδος της παράστασης. Αν υπάρχει μια καλλιτεχνική πρόταση όπως οι Σφήκες που είχε ξεσηκώσει τέτοιες αντιδράσεις, καταλαβαίνεις ότι δεν έχει να κάνει ούτε καν με το παίξιμό σου. Βέβαια, χαρά μου προκαλούσε η αντίδραση, μεγάλη χαρά! Ένιωθα περήφανος ακόμη κι όταν κάποιος έβριζε, γιατί σήμαινε ότι αυτό που κάναμε είχε μετακινήσει κάτι μέσα του σε τέτοιο βαθμό ώστε να φτάσει να αντιδράσει έτσι. Στην Επίδαυρο, θυμάμαι, κάποιος την ώρα που έπαιζα φώναξε δυνατά «αίσχος» κι εγώ, χωρίς να βγω από τη ροή της παράστασης, του απάντησα: «Αίσχος, ναι!». Το οποίο αν το καλοσκεφτείς, πέρα από δημιουργικό τμήμα της παράστασης, είναι και η επιτυχία της γιατί αυτό είχε γράψει η Λένα. Η θεματική του έργου δηλαδή, ήταν το CANCEL και πώς καταστρέφεις έναν άνθρωπο μέσω αυτού, οπότε το ότι αυτό όλο μεταφέρθηκε στο κοινό κι άρχισαν να γιουχάρουν κάποιοι, σημαίνει ότι μ’ έναν τρόπο η παράσταση πέτυχε το σκοπό της στο εκατό τοις εκατό. Γενικότερα, όμως, η αγωνία μου είναι πάντα για την παράσταση ως σύνολο. Κάθομαι μέσα, ακούω τους άλλους και, όταν καταλαβαίνω ότι οι σκηνές τους έχουν βγει καλά, παίρνω κι εγώ δύναμη για τις δικές μου. Αυτό λέω και στους μαθητές μου: η αγωνία σου πρέπει να είναι για τον συμπαίκτη σου, όχι μόνο για σένα. Αν είναι καλός εκείνος, θα γίνεις καλύτερος κι εσύ. Δε μπορείς να κάνεις θέατρο – που είναι αμιγώς ομαδικό πράγμα – αν είσαι κλειδωμένος στην προσωπική αγωνία του «να είμαι εγώ καλός». Η αγωνία σου πρέπει να είναι στον άλλον. Κι αυτό δεν το λέω έτσι ως απλό προϊόν σκέψης, είναι κάτι που έχει προκύψει βιωματικά.

© Εύα Καλύβη Ζαμπετάκη

Νομίζω συνδέεται και με την πολιτική σου θέση αυτό…

Ναι, κυρίως όμως με το μεγάλωμά μου. Έμαθα από μικρός να μοιράζομαι, να νοιάζομαι, να αφουγκράζομαι κάπως τον άλλον… Έτσι μεγάλωσα. Αυτούς τους άξονες είχα οπότε αυτό με συντροφεύει.

Άρα Θοδωρή η αλληλεγγύη μαθαίνεται; Ή γεννιέται κανείς μ’ αυτήν;

Η αλληλεγγύη βιώνεται και αν βιωθεί αποτυπώνεται. Τα βιώματα γενικά παίζουν καθοριστικό ρόλο στον άνθρωπο. Αν έχεις βιώσει αλληλεγγύη, δεν γίνεται να μη σου αποτυπωθεί. Έχει πολύ μεγάλη σημασία πώς μεγαλώνεις,τι βλέπεις στον κύκλο σου, στο σχολείο, στη γειτονιά σου.

Εσένα θα ήταν πολύ διαφορετική η διαδρομή σου αν δε μεγάλωνες με τον Νώντα και τη Μαριλένα;

Νομίζω ναι, αλλά επίσης αυτό είναι ένα ερώτημα που καλό είναι να μένει αναπάντητο, γιατί σου δίνει την ευκαιρία έτσι να αναμετριέσαι και με την υπάρχουσα σχέση. Και ειδικά σήμερα, που συζητάμε όλο και περισσότερο για το τι ευθύνη έχει ένας γονιός απέναντι στο παιδί του, τι αποτύπωμα του αφήνει και τι ακριβώς συνέβη μέσα σ’ ένα μεγάλωμα, αυτό το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ουσιαστικό.

Αναμετριέσαι με το ερώτημα αυτό και σαν μπαμπάς;

Άστο! (Γελάει) Ακόμη περισσότερο. Ειδικά εμείς οι σημερινοί γονείς, που είμαστε πολύ πιο κοντά στα παιδιά μας απ’ ό,τι παλιότερα και, σε αρκετές περιπτώσεις, μεγαλώσαμε κι εμείς μαζί τους επειδή τα αποκτήσαμε νέοι, αναπόφευκτα αναμετριόμαστε συνέχεια μ’ αυτό.

Έχει καλή σχέση ο γιος σου με τον παππού του;

Ναι, ειδικά τώρα πια. Τον αγαπάει πάρα πολύ, κυρίως γιατί ο Νώντας – επειδή μετέχει επί της ουσίας στη σχέση – είναι πολύ ειλικρινής και δεν κάνει πίσω, και αυτό έχει μια αλήθεια που τα παιδιά εμπιστεύονται και δημιουργεί στη σχέση μεγάλο αλληλοσεβασμό.

Ο Θοδωρής Σκυφτούλης πρωταγωνιστεί για 2η χρονιά στο «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Τζον Στάινμπεκ σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη στο θέατρο Cartel και στον «Υπολοχαγό του Ίνισμορ» του Μάρτιν Μακντόνα σε σκηνοθεσία Δημήτρη και Ορέστη Σταυρόπουλου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Παράλληλα παίζει στην σειρά «Φαντάσματα» στο Star.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;