Αν κάποιος προσπαθούσε να καταλάβει την Ελλάδα μόνο από τις ανακοινώσεις των κομμάτων, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για την πιο αμείλικτη δημοκρατία απέναντι στη βία. Μετά από κάθε τραγωδία, οι ίδιες περίπου λέξεις επιστρέφουν με μαθηματική ακρίβεια. «Καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται». Είναι ίσως η πιο πολυχρησιμοποιημένη φράση της Μεταπολίτευσης. Τόσο πολυχρησιμοποιημένη που έχει πάψει να σημαίνει σχεδόν οτιδήποτε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν καταδικάζουμε τη βία. Το πρόβλημα είναι ότι τη συναντάμε πάντα όταν είναι ήδη αργά.
Η Ελλάδα δεν ανακαλύπτει τη βία τη μέρα που πέφτει η πρώτη μολότοφ ούτε τη μέρα που μπαίνει το πρώτο γκαζάκι. Την ανακαλύπτει όταν υπάρχει νεκρός. Τότε όλοι μιλούν για τη δημοκρατία, για το κράτος δικαίου, για την ανάγκη να απομονωθούν οι ακραίοι.Έχει προηγηθεί όμως μια ολόκληρη περίοδος κατά την οποία η ίδια κοινωνία έχει μάθει να συμβιώνει με όσα αργότερα θα δηλώσει ότι την σοκάρουν. Γιατί η πολιτική βία στην Ελλάδα δεν μεγαλώνει μόνη της. Τη μεγαλώνουμε όλοι κάθε φορά που της προσθέτουμε έναν αστερίσκο.
Ένα γκαζάκι δεν είναι ποτέ απλώς ένα γκαζάκι. Είναι «συμβολική ενέργεια». Μια εισβολή δεν είναι τραμπουκισμός. Είναι «παρέμβαση». Μια στοχοποίηση δεν είναι εκφοβισμός. Είναι «δυναμική διαμαρτυρία». Αλλάζουμε τις λέξεις και νομίζουμε ότι αλλάζει η πραγματικότητα. Δεν αλλάζει. Απλώς γίνεται πιο εύκολο να τη δικαιολογήσουμε. Κάθε ιδεολογικός χώρος έχει τους δικούς του αστερίσκους. Όταν οι δράστες είναι «δικοί μας», αρχίζουν οι εξηγήσεις. «Ναι, αλλά ήταν αγανακτισμένοι». «Ναι, αλλά δεν είχαν πρόθεση». «Ναι, αλλά προηγήθηκαν άλλα». Οι δύο πιο επικίνδυνες λέξεις στην ελληνική δημόσια ζωή δεν είναι ούτε «μνημόνιο» ούτε «διαπλοκή». Είναι το «ναι, αλλά». Εκεί ξεκινά η πραγματική κανονικοποίηση της βίας. Όχι όταν πετιέται η πρώτη πέτρα, αλλά όταν κάποιος αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει γιατί αυτή η πέτρα ήταν λιγότερο καταδικαστέα από μια άλλη.
Η Θεσσαλονίκη μάς έδωσε μέσα σε λίγες ημέρες δύο διαφορετικές εικόνες που έχουν κοινή ρίζα. Από τη μία, οι εμπρηστικές επιθέσεις που στοίχισαν τη ζωή στη Βάγια Νέστορα. Από την άλλη, η οργανωμένη δημόσια στοχοποίηση των Εβραίων από τον Ρουβίκωνα. Δεν είναι το ίδιο γεγονός. Είναι όμως το ίδιο δηλητήριο. Η πεποίθηση ότι κάποιοι άνθρωποι δεν είναι απλώς πολιτικοί αντίπαλοι ή πολίτες με διαφορετική ταυτότητα. Είναι στόχοι. Από εκεί αρχίζουν όλα.
Όλες οι ακραίες ιδεολογίες περνούν κάποια στιγμή από αυτό το σημείο. Σταματούν να βλέπουν ανθρώπους και αρχίζουν να βλέπουν κατηγορίες. «Προδότες». «Φασίστες». «Σιωνιστές». «Εχθροί του λαού». Η ταμπέλα αλλάζει ανάλογα με την εποχή και την ιδεολογία. Ο μηχανισμός δεν αλλάζει ποτέ. Όταν ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος, η βία γίνεται ευκολότερη. Και όταν η βία γίνεται ευκολότερη, αργά ή γρήγορα κάποιος θα αποφασίσει ότι έχει δικαίωμα να περάσει από τις λέξεις στις πράξεις.
Η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν εκδίδει ανακοινώσεις μετά την τραγωδία. Εκεί είναι εύκολα τα πράγματα. Δοκιμάζεται πολύ νωρίτερα όταν καλείται να εφαρμόσει τον ίδιο νόμο απέναντι σε όλους, χωρίς ιδεολογικά φίλτρα, χωρίς επιλεκτικές ευαισθησίες και χωρίς αγαπημένους τραμπούκους. Γιατί η δημοκρατία δεν έχει «δικούς της» και «ξένους» εξτρεμιστές. Από τη στιγμή που κάποιος πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλει τις ιδέες του με τον φόβο έχει ήδη στραφεί απέναντί της.
Η Βάγια Νέστορα έχασε τη ζωή της σε μια τραγωδία που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με καμία ανακοίνωση και καμία πολιτική αντιπαράθεση. Το ελάχιστο που οφείλει να κάνει μια δημοκρατία είναι να μη μετατρέπει τέτοιες στιγμές σε μια ακόμη τελετουργία δηλώσεων και καταδικών. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν καταδικάζει τη βία. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι πριν από κάθε τραγωδία βρίσκει πάντα έναν αστερίσκο για να την εξηγήσει αλλά καμία δημοκρατία δεν νίκησε ποτέ τον φανατισμό με αστερίσκους.
Η Μαύρη Γραμμή γράφεται κάθε πρωί. Μια σκέψη την ώρα που ο κόσμος ξυπνά ή ξανακοιμάται.







