Skip to main content

Το βαγονέτο τρίζει πάνω στις ράγες. Τρία πρόσωπα μένουν σχεδόν ακίνητα, ενώ ο μεταλλικός ήχος επαναλαμβάνεται με τη μονότονη επιμονή ενός χαλασμένου ρολογιού. Στο Stalker του Αντρέι Ταρκόφσκι η διαδρομή προς τη Ζώνη κρατά τόσο, ώστε κάποια στιγμή παύεις να περιμένεις το επόμενο πλάνο. Ακούς. Παρατηρείς ένα βλέμμα, μια ανεπαίσθητη μετακίνηση στο πρόσωπο. Ο σκηνοθέτης έχει πετύχει κάτι πολύ πιο δύσκολο από το να κρατήσει το ενδιαφέρον σου: έχει αλλάξει τον τρόπο που παρακολουθείς. Και φυσικά δεν του πήρε τρία δευτερόλεπτα.

Το Stalker περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα «Καλώς ήρθατε στην έρημο» του 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιείται από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου. Ο Όλιβερ Λάσε, δημιουργός του Sirat και προσκεκλημένος επιμελητής, επέλεξε δεκαεπτά ταινίες για το τοπίο ως δοκιμασία και ως ψυχική γεωγραφία. Ανάμεσά τους βρίσκονται το The Naked Island του Κανέτο Σίντο και το Meek’s Cutoff της Κέλι Ράινχαρντ. Δεν είναι αφιέρωμα στο λεγόμενο slow cinema και θα ήταν λάθος να το παρουσιάσουμε έτσι. Είναι όμως μια ωραία ευκαιρία να ξανακάνουμε μια ερώτηση που συχνά την αποφεύγουμε: πόση διάρκεια αντέχει το βλέμμα μας όταν η ταινία δεν βιάζεται να μας εξηγήσει τον εαυτό της;

Ας επιστρέψουμε στο βαγονέτο. Ο Ταρκόφσκι δεν επιμηκύνει τη σκηνή επειδή περιφρονεί την πλοκή ή θέλει να δοκιμάσει τις αντοχές μας. Χρειάζεται αυτή τη διάρκεια για να αισθανθούμε το πέρασμα από τον γνωστό κόσμο σε έναν τόπο όπου οι συνηθισμένοι κανόνες δεν ισχύουν. Ο ήχος γίνεται ρυθμός, τα πρόσωπα αποκτούν κάτι από το βάρος της προσμονής, η μετάβαση συμβαίνει πρώτα μέσα μας και ύστερα στην ιστορία. Αν κόβαμε τη σκηνή στο μισό, θα είχαμε την ίδια πληροφορία. Δεν θα είχαμε την ίδια ταινία. Αυτή είναι μια διαφορά που καμιά περίληψη υπόθεσης δεν μπορεί να περιγράψει.

Η Ράινχαρντ κάνει σχεδόν το αντίθετο με τα ίδια μέσα. Στο Meek’s Cutoff, η Κέλι Ράινχαρντ αφηγείται την περιπλάνηση μιας ομάδας εποίκων στην αφιλόξενη ενδοχώρα του Όρεγκον το 1845, ανατρέποντας τις γνώριμες συμβάσεις του αμερικανικού γουέστερν. Αρνείται το πλατύ κάδρο που θα έκανε την αμερικανική Δύση θεαματικό θέαμα και επιλέγει το στενό, σχεδόν τετράγωνο φορμά 4:3. Βλέπουμε λιγότερο ορίζοντα απ’ όσο υπόσχεται το είδος και νιώθουμε ότι κάτι μπορεί να βρίσκεται έξω από το κάδρο, χωρίς να ξέρουμε τι. Η αργή πορεία των αμαξών, το τρίξιμο, η σκόνη και η αναζήτηση νερού δεν υπηρετούν κάποιο διάλειμμα πριν από τη δράση. Είναι η αγωνία. Ένα γουέστερν στο οποίο η έλλειψη βεβαιότητας αντικαθιστά τον ηρωισμό.

Στο The Naked Island του Σίντο, η επανάληψη είναι ακόμη πιο σκληρή. Μια οικογένεια μεταφέρει νερό με κόπο για να ποτίσει τη γη της. Η κάμερα παρακολουθεί την ανάβαση, το βάρος, την επιστροφή, ξανά την ανάβαση. Ένα γρήγορο μοντάζ θα μας πληροφορούσε αμέσως ότι οι άνθρωποι εργάζονται ασταμάτητα. Ο Σίντο ενδιαφέρεται να νιώσουμε τι σημαίνει «αδιάκοπα». Δεν φωτογραφίζει απλώς την κούραση· της δίνει διάρκεια. Κάποτε το σινεμά είχε την ευγένεια να αφήνει μια πράξη να ολοκληρώνεται. Εδώ η ευγένεια μοιάζει σχεδόν ανελέητη.

Η λέξη «αργό» είναι άλλωστε λίγο άδικη για τις ίδιες τις ταινίες. Στην αίθουσα δεν μετράμε τη διάρκεια όπως στην ουρά μιας τράπεζας. Ένα πλάνο μπορεί να κρατά δύο λεπτά και να αλλάζει κάθε στιγμή επειδή αλλάζει το φως, ο ήχος ή η απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Αντίθετα η γρήγορη εναλλαγή πλάνων μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση ότι συμβαίνουν πολλά, χωρίς απαραίτητα να μας αφήνει τον χρόνο να παρατηρήσουμε όσα βλέπουμε.

Αυτές οι ταινίες δεν μας ζητούν να θαυμάσουμε τη βραδύτητα σαν μια αρετή από μόνη της. Το μεγάλο πλάνο μπορεί να είναι κενό, ο μινιμαλισμός μπορεί να γίνει εύκολη πόζα σοβαρότητας, και η πλήξη δεν αποδεικνύει ότι παρακολουθούμε αριστούργημα. Ούτε ο θεατής που μένει καθισμένος τρεισήμισι ώρες κατακτά κάποιο ηθικό παράσημο. Το ζήτημα είναι τι βλέπουμε επειδή η κάμερα δεν φεύγει. Στον καλό αργό κινηματογράφο η διάρκεια δεν προσθέτει κύρος. Προσθέτει πληροφορία που δεν μεταφράζεται σε λόγια: τον δισταγμό, την εξάντληση, τον φόβο που έχει προλάβει να ριζώσει στο σώμα.

Η Σαντάλ Άκερμαν το πήγε ακόμη παραπέρα. Στο Jeanne Dielman 23 quai du Commerce 1080 Bruxelles, μια γυναίκα καθαρίζει, μαγειρεύει, τακτοποιεί. Η κάμερα δεν την απελευθερώνει από τη ρουτίνα της με ένα βολικό κόψιμο στο μοντάζ. Μένει μαζί της, μέχρι μια μικροσκοπική απόκλιση από τη συνήθεια να αποκτήσει τη βαρύτητα δραματικού γεγονότος. Όταν η ταινία βρέθηκε το 2022 στην κορυφή της ψηφοφορίας των κριτικών του Sight and Sound, δεν θριάμβευσε η υπομονή ως σπορ. Αναγνωρίστηκε ένας κινηματογράφος που έδωσε ορατότητα σε έναν χρόνο γυναικείας εργασίας τον οποίο οι εικόνες συνήθως θεωρούσαν ανάξιο λόγου.

Στη φετινή Θεσσαλονίκη βρίσκεται και η Λόρα Μάλβεϊ, με masterclass στις 12 Νοεμβρίου για «την πολιτική του βλέμματος». Η θεωρητικός που βοήθησε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο συζητούμε ποιος κοιτάζει και ποιος γίνεται αντικείμενο θέασης έχει γράψει και για την Άκερμαν. Η παρουσία της δεν κάνει το φεστιβαλικό αφιέρωμα μάθημα slow cinema. Μας θυμίζει όμως ότι η μορφή είναι πάντα μια επιλογή με συνέπειες. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο αργεί ένα πλάνο να τελειώσει. Είναι σε ποιον παραχωρεί αυτόν τον χρόνο, ποιον αφήνει να υπάρχει ολόκληρος μέσα του.

Και εμείς; Δεν πιστεύω ότι τα σύντομα βίντεο μάς μετέτρεψαν ξαφνικά σε ανίκανους θεατές. Μπορούμε ακόμη να καθηλωθούμε για ώρες σε μια σειρά ή σε ένα θρίλερ. Απλώς έχουμε αποκτήσει τη δυνατότητα να διαπραγματευόμαστε κάθε στιγμή με την οθόνη. Στο σπίτι σταματάμε, ελέγχουμε κάτι, επιστρέφουμε, προχωρούμε. Η αίθουσα με όλες τις ατέλειές της διατηρεί έναν πεισματάρικο κανόνα: ο σκηνοθέτης ορίζει πότε θα κοπεί το πλάνο. Μπορείς να δυσανασχετήσεις. Δεν μπορείς να το κάνεις να τελειώσει νωρίτερα χωρίς να φύγεις.

Αξίζει εδώ μια τελευταία διάκριση. Το Sirat του Λάσε δεν είναι άσκηση ησυχίας: ο εκκωφαντικός ήχος, η κίνηση και ο κίνδυνος επιτίθενται σχεδόν σωματικά στον θεατή. Η συνύπαρξή του με τον Ταρκόφσκι και τον Σίντο είναι ακριβώς το ενδιαφέρον του αφιερώματος. Μια ταινία μπορεί να μας συνταράξει με την ταχύτητα, μια άλλη με την αναμονή. Καμία δεν οφείλει να προσαρμόσει τον χρόνο της στο δικό μας νευρικό σύστημα. Μπορεί τελικά να μη μας αρέσει η αργή ταινία. Δίκαιο. Ας βεβαιωθούμε μόνο ότι την απορρίπτουμε γι’ αυτό που είδαμε και όχι επειδή πριν ακόμη τελειώσει το πλάνο, είχαμε ήδη αρχίσει να ψάχνουμε το επόμενο.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;