Τέσσερις μεγάλες ποδοσφαιρικές χώρες, δύο ημιτελικοί και τέσσερις εντελώς διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα: πώς κερδίζεται ένα Παγκόσμιο Κύπελλο; Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι κερδίζει η καλύτερη ομάδα. Μόνο που το ποδόσφαιρο δεν υπήρξε ποτέ τόσο απλό και αυτό το Μουντιάλ το υπενθυμίζει σε κάθε γύρο. Καμία από τις τέσσερις δεν είναι πλήρης. Καμία δεν έφτασε μέχρι εδώ χωρίς να εκτεθεί. Καθεμία διαθέτει ένα μεγάλο πλεονέκτημα, αλλά κουβαλά συγχρόνως μια αδυναμία που οι αντίπαλοί της γνωρίζουν και περιμένουν να εμφανιστεί. Αυτό είναι που κάνει τους ημιτελικούς τόσο ενδιαφέροντες. Δεν έχουμε τέσσερις παραλλαγές της ίδιας σχολής. Έχουμε τέσσερις διαφορετικούς τρόπους να αντιλαμβάνεσαι το παιχνίδι. Η Ισπανία πιστεύει στον έλεγχο. Η Γαλλία στην υπεροχή του ταλέντου. Η Αγγλία στην προσαρμογή. Η Αργεντινή στην επιβίωση και στη δύναμη ενός ανθρώπου που εξακολουθεί να μεταβάλλει τη μοίρα των αγώνων.
Η Ισπανία είναι η ομάδα που προσπαθεί περισσότερο από κάθε άλλη να αφαιρέσει το απρόβλεπτο από το ποδόσφαιρο. Δεν θέλει απλώς να έχει την μπάλα. Θέλει, μέσω της κατοχής, να καθορίσει πού θα παιχτεί ο αγώνας, με ποιον ρυθμό και για πόσο χρόνο θα επιτραπεί στον αντίπαλο να ελπίζει. Οι πάσες της δεν αποτελούν μόνο επιθετικό μέσο. Είναι μια μορφή προστασίας. Όσο η μπάλα κυκλοφορεί ανάμεσα στους Ισπανούς, ο αντίπαλος δεν μπορεί να επιτεθεί. Όταν χάνεται, η πίεση αρχίζει αμέσως, όχι επειδή η Ισπανία φοβάται να αμυνθεί, αλλά επειδή αρνείται να παραχωρήσει στον άλλο το δικαίωμα να οργανώσει τις σκέψεις του. Πρόκειται για ένα ποδόσφαιρο που βασίζεται στην πεποίθηση ότι το χάος μπορεί να περιοριστεί. Οι αποστάσεις παραμένουν μικρές, οι γραμμές κινούνται μαζί και κάθε παίκτης μοιάζει να γνωρίζει πού θα βρεθούν οι υπόλοιποι πριν ακόμη πάρει την μπάλα. Περισσότερο από εθνική ομάδα, η Ισπανία θυμίζει σύλλογο που δουλεύει καθημερινά το ίδιο σχέδιο.

Η αδυναμία της βρίσκεται ακριβώς εκεί όπου συχνά γεννιέται η υπερβολική εμπιστοσύνη στο σχέδιο. Μπορεί να ελέγξει έναν αγώνα χωρίς να τον τελειώσει. Μπορεί να μετατρέψει την κατοχή σε κυριαρχία, αλλά όχι πάντοτε σε καθαρές ευκαιρίες. Όταν ο Λαμίν Γιαμάλ περιορίζεται και η αντίθετη πλευρά δεν προσφέρει την ίδια άμεση απειλή, η ισπανική επίθεση κινδυνεύει να γίνει μια άψογη κατασκευή χωρίς τελική αιχμή. Η Ισπανία θέλει να αποδείξει ότι η ομάδα παραμένει ισχυρότερη από το άτομο. Απέναντί της, όμως, θα βρεθεί μια Γαλλία που έχει χτιστεί γύρω από την ακριβώς αντίθετη ιδέα.
Η Γαλλία δεν χρειάζεται να ελέγχει κάθε λεπτό. Δεν χρειάζεται να είναι διαρκώς καλύτερη. Αρκεί να δημιουργήσει μερικές στιγμές στις οποίες οι ποδοσφαιριστές της θα βρεθούν απέναντι από τους αμυντικούς με χώρο μπροστά τους. Τότε εμφανίζεται η διαφορά ανάμεσα στο πολύ καλό και στο τρομακτικό. Ο Κιλιάν Εμπαπέ, ο Ουσμάν Ντεμπελέ και ο Μίκαελ Ολίσε μπορούν να μετατρέψουν μια συνηθισμένη μετάβαση σε γκολ προτού ο αντίπαλος προλάβει να αποκαταστήσει τις ισορροπίες του. Η Γαλλία έχει την πολυτέλεια να μην αναζητεί πάντοτε την τέλεια επίθεση. Διαθέτει παίκτες ικανούς να κάνουν μια μέτρια επίθεση αποφασιστική. Αυτός είναι ο λόγος που συχνά μοιάζει να παίζει με διαφορετικούς νόμους. Μπορεί να παραχωρήσει την μπάλα, να περάσει ένα διάστημα χωρίς να επιβάλει τον ρυθμό της και να παραμένει η πιο επικίνδυνη ομάδα στο γήπεδο. Ο αντίπαλος αισθάνεται ότι ελέγχει τον αγώνα, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται μία λανθασμένη πάσα μακριά από την καταστροφή.

Η Γαλλία δεν προσπαθεί να καταργήσει το χάος. Το περιμένει, επειδή γνωρίζει ότι μέσα σε αυτό έχει περισσότερα όπλα από οποιονδήποτε. Το πρόβλημα είναι ότι η ατομική ποιότητα δεν λύνει αυτομάτως κάθε συλλογική δυσλειτουργία. Όταν η Γαλλία αντιμετωπίζει μια ομάδα που κρατά την μπάλα, πιέζει σωστά και δεν της επιτρέπει να τρέξει, η εικόνα της αλλάζει. Οι επιθετικοί της απομακρύνονται από το παιχνίδι, η ανάκτηση της μπάλας δυσκολεύει και η υπεροχή των ονομάτων παύει να φαίνεται τόσο συντριπτική. Ο πρώτος ημιτελικός, επομένως, είναι κάτι περισσότερο από μια αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο φαβορί. Είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στον έλεγχο και στην έκρηξη. Η Ισπανία θα προσπαθήσει να στερήσει από τη Γαλλία τις στιγμές που χρειάζεται. Η Γαλλία θα περιμένει τη μία στιγμή που η ισπανική τάξη θα διαταραχθεί. Η μία ομάδα θέλει να αποδείξει ότι το παιχνίδι μπορεί να οργανωθεί. Η άλλη ότι, όσο καλά κι αν οργανωθεί, πάντοτε θα υπάρχει ένας Εμπαπέ ικανός να το διαλύσει.

Ο δεύτερος ημιτελικός κουβαλά διαφορετικό βάρος. Η Αγγλία και η Αργεντινή δεν συναντώνται μόνο ως δύο διεκδικήτριες του τροπαίου. Συναντώνται μέσα σε μια ιστορία ποδοσφαιρικής αντιπαλότητας που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη υπενθύμιση για να γίνει αισθητή. Η Αγγλία φτάνει στον ημιτελικό έχοντας αρχίσει να απομακρύνεται από την παλιά της εικόνα. Για χρόνια διέθετε πλούσιο ταλέντο, αλλά έμοιαζε να παίζει σαν να φοβόταν την ίδια του την ύπαρξη. Οι μεγάλες στιγμές δεν απελευθέρωναν τους παίκτες της. Τους έκαναν πιο προσεκτικούς, πιο διστακτικούς, σχεδόν μικρότερους από τις δυνατότητές τους. Αυτό το Μουντιάλ παρουσιάζει μια διαφορετική Αγγλία. Μπορεί να παίξει με την μπάλα, να πιέσει, να επιτεθεί και όταν οι συνθήκες το απαιτούν να εγκαταλείψει την αρχική της ταυτότητα και να επιβιώσει. Απέναντι στη Νορβηγία βρέθηκε πίσω στο σκορ, δεν έχασε την ισορροπία της και προκρίθηκε με δύο γκολ του Μπέλιγχαμ. Ο Μπέλιγχαμ συμβολίζει αυτή την αλλαγή. Δεν είναι απλώς ένας μέσος που συμμετέχει στο παιχνίδι. Είναι ο παίκτης που εμφανίζεται όταν το παιχνίδι απαιτεί προσωπικότητα. Κινείται ανάμεσα στις γραμμές, πατά την περιοχή, επιτίθεται στον χώρο και δείχνει να αναζητεί την ευθύνη αντί να την αποφεύγει.
Η Αγγλία έχει επιτέλους περισσότερους από έναν τρόπους να κερδίσει. Αυτό είναι το μεγαλύτερο προτέρημά της. Δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο σενάριο. Μπορεί να κυριαρχήσει, να περιμένει, να επιταχύνει ή να αμυνθεί χαμηλά. Έχει μάθει ότι τα νοκ άουτ δεν κερδίζονται πάντοτε με το ποδόσφαιρο που προτιμάς. Συχνά κερδίζονται με εκείνο που απαιτεί η στιγμή. Δεν έχει ωστόσο απαλλαγεί από όλες τις αμφιβολίες της. Η άμυνά της εξακολουθεί να επιτρέπει φάσεις. Οι μεταβάσεις του αντιπάλου μπορούν να την αναγκάσουν να τρέξει προς τη δική της εστία και η αίσθηση απόλυτης ασφάλειας που χαρακτήριζε άλλες διοργανώσεις δεν υπάρχει. Η Αγγλία είναι πιο τολμηρή, αλλά αυτή η τόλμη αφήνει πίσω της χώρους. Απέναντι στην Αργεντινή, κάθε τέτοιος χώρος μπορεί να γίνει τόπος συνάντησης με τον Λιονέλ Μέσι.

Η Αργεντινή δεν έχει υπάρξει η πιο πειστική ομάδα του τουρνουά. Έχει δυσκολευτεί, έχει εκτεθεί και έχει αναγκαστεί να ζήσει ξανά μέσα σε εκείνη την παράξενη συνθήκη που οι ίδιοι οι Αργεντινοί περιγράφουν σχεδόν με υπερηφάνεια ως «υποφέρω». Για άλλες ομάδες η δυσκολία αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν λειτουργεί. Για την Αργεντινή είναι μέρος της ταυτότητάς της. Δεν αισθάνεται απαραίτητα άβολα όταν ένας αγώνας γίνεται σκληρός, ακανόνιστος και συναισθηματικά εξαντλητικός. Μερικές φορές μοιάζει να χρειάζεται αυτή την ένταση για να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Απέναντι στην Ελβετία προκρίθηκε με σκορ 3-1 στην παράταση, σε ακόμη έναν αγώνα όπου χρειάστηκε να αντέξει πριν επιβληθεί. Δεν περπάτησε προς τον ημιτελικό. Πέρασε μέσα από άλλη μία δοκιμασία.
Στο κέντρο όλων παραμένει ο Μέσι. Στα 39 του χρόνια δεν μπορεί να συμμετέχει σε κάθε φάση ούτε να καλύπτει κάθε μέτρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιρροή του περιορίστηκε. Άλλαξε μορφή. Ο Μέσι δεν κυριαρχεί πλέον μόνο με την ταχύτητα ή με τη συχνότητα των ενεργειών του. Κυριαρχεί με την επιλογή της στιγμής. Παρατηρεί για μεγάλα διαστήματα, μετακινείται εκεί όπου ανακαλύπτει την αδυναμία και περιμένει μέχρι η μπάλα να αποκτήσει πραγματική σημασία. Η Αργεντινή εξακολουθεί να τον χρειάζεται υπερβολικά. Αυτό είναι συγχρόνως η δύναμη και το πρόβλημά της. Καμία άλλη ομάδα δεν διαθέτει έναν παίκτη με τόσο μεγάλη ικανότητα να διαβάζει έναν αγώνα και να τον μεταβάλλει. Καμία από τις υπόλοιπες, όμως, δεν ζητά τόσα πολλά από έναν ποδοσφαιριστή που βρίσκεται τόσο κοντά στο τέλος της καριέρας του. Ο ημιτελικός απέναντι στην Αγγλία θα είναι αναπόφευκτα ακόμη μία σύγκρουση με τον χρόνο. Η Αγγλία διαθέτει νεότερα σώματα, ένταση και περισσότερες λύσεις. Η Αργεντινή έχει τη μνήμη της κατάκτησης, τη σκληρότητα μιας ομάδας που έχει ήδη περάσει από όλα και έναν άνθρωπο που αρνείται να συμπεριφερθεί σαν να τελειώνει η εποχή του.
Οι τέσσερις ομάδες που απέμειναν δεν συμφωνούν σχεδόν σε τίποτα. Η Ισπανία πιστεύει ότι το σύνολο μπορεί να ελέγξει το παιχνίδι. Η Γαλλία ότι το μεγάλο ταλέντο θα βρει τελικά το αδύνατο σημείο. Η Αγγλία ότι πρωταθλητής γίνεται όποιος προσαρμόζεται στις συνθήκες. Η Αργεντινή ότι ένας αγώνας μπορεί να κερδηθεί ακόμη και όταν δεν εξελίσσεται όπως σχεδιάστηκε, αρκεί να αντέξεις περισσότερο από τον αντίπαλο. Δεν υπάρχει μία κυρίαρχη σχολή, ένα σύστημα που όλοι προσπαθούν να αντιγράψουν ή μια ομάδα που να φαίνεται απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Υπάρχουν τέσσερις διαφορετικοί δρόμοι προς το ίδιο μέρος. Ο ένας περνά από την μπάλα. Ο άλλος από την ταχύτητα. Ο τρίτος από την προσαρμογή. Ο τέταρτος από την πίστη ότι η μεγαλοφυΐα μπορεί ακόμη να νικήσει τον χρόνο.
Δύο από αυτούς τους δρόμους θα φτάσουν στον τελικό. Ένας θα οδηγήσει στο τρόπαιο. Αυτό όμως δεν θα αποδείξει ότι ο νικητής είχε από την αρχή τη μοναδική σωστή απάντηση. Θα σημαίνει απλώς ότι για ένα ακόμη βράδυ η δική του ιδέα για το ποδόσφαιρο άντεξε περισσότερο από τις υπόλοιπες.






