Το WORLD CUP CULTURE επιστρέφει στα Παγκόσμια Κύπελλα που διαμόρφωσαν τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Από το Μοντεβιδέο του 1930 μέχρι το Κατάρ του 2022, κάθε Μουντιάλ λέει κάτι πολύ περισσότερο από μια ποδοσφαιρική ιστορία. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 είναι η ιστορία μιας χώρας που γιόρταζε στους δρόμους ενώ γύρω της εξελισσόταν μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας της.
Το βράδυ της 25ης Ιουνίου 1978 το Μπουένος Άιρες έμοιαζε να πάλλεται στον ίδιο ρυθμό. Οι δρόμοι γέμιζαν σημαίες, οι κόρνες αντηχούσαν ασταμάτητα και άνθρωποι που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ αγκαλιάζονταν σαν παλιοί φίλοι. Στο στάδιο Μονουμεντάλ, ο Μάριο Κέμπες είχε οδηγήσει την Αργεντινή στη νίκη επί της Ολλανδίας και η χώρα είχε κατακτήσει το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της. Για εκατομμύρια Αργεντινούς, εκείνη η νύχτα ήταν η πραγματοποίηση ενός ονείρου. Από το 1930, όταν η εθνική ομάδα είχε χάσει τον πρώτο τελικό Μουντιάλ απέναντι στην Ουρουγουάη, μέχρι τη δεκαετία του 1970, το ποδόσφαιρο είχε γίνει μέρος της εθνικής ταυτότητας της χώρας. Η κατάκτηση του τροπαίου δεν ήταν απλώς μια αθλητική επιτυχία. Ήταν η επιβεβαίωση ότι η Αργεντινή ανήκε πλέον στην κορυφή του ποδοσφαιρικού κόσμου. Πίσω όμως από τους πανηγυρισμούς υπήρχε μια πραγματικότητα που δεν εμφανιζόταν στις τηλεοπτικές μεταδόσεις.

Όταν η FIFA ανέθεσε τη διοργάνωση στην Αργεντινή, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο στρατός θα είχε ανατρέψει την κυβέρνηση της Ιζαμπέλ Περόν και η χώρα θα βρισκόταν δύο χρόνια αργότερα υπό στρατιωτική διακυβέρνηση. Το πραξικόπημα του 1976 έφερε στην εξουσία τον στρατηγό Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα και εγκαινίασε μια περίοδο που οι Αργεντινοί εξακολουθούν να αποκαλούν «Βρόμικο Πόλεμο». Χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνος. Ορισμένοι ήταν πολιτικοί αντίπαλοι. Άλλοι φοιτητές, δημοσιογράφοι ή απλοί πολίτες που βρέθηκαν στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, σε ένα καθεστώτος που έβλεπε εχθρούς παντού. Οι οικογένειές τους έμειναν να ψάχνουν απαντήσεις που συχνά δεν ήρθαν ποτέ.

Όταν πλησίαζε η διοργάνωση η δικτατορία κατάλαβε πολύ γρήγορα την αξία της. Για έναν μήνα τα βλέμματα ολόκληρου του πλανήτη θα ήταν στραμμένα στη χώρα. Τα γεμάτα γήπεδα, οι εορταστικές εικόνες και μια ενδεχόμενη πορεία της εθνικής ομάδας προς την κορυφή μπορούσαν να προσφέρουν στο καθεστώς κάτι ανεκτίμητο. Την εικόνα μιας κανονικής χώρας. Το ποδόσφαιρο δεν δημιουργήθηκε για να υπηρετεί την προπαγάνδα. Η ιστορία όμως έχει δείξει πολλές φορές ότι η πολιτική σπάνια αφήνει ανεκμετάλλευτο ένα γεγονός τέτοιας εμβέλειας.
Η διοργάνωση υπήρξε μία από τις πρώτες φορές που το ερώτημα αν ένα Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί να συνυπάρξει με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπήκε τόσο έντονα στη δημόσια συζήτηση. Πολύ πριν από τη Ρωσία του 2018 ή το Κατάρ του 2022, η Αργεντινή του 1978 είχε δείξει πόσο δύσκολο είναι να διαχωρίσει κανείς το ποδόσφαιρο από την πολιτική πραγματικότητα που το περιβάλλει.
Η αντίφαση γινόταν ακόμη πιο έντονη στο ίδιο το Μπουένος Άιρες. Λίγα λεπτά από το Μονουμεντάλ βρισκόταν το ESMA, ένα από τα πιο διαβόητα κέντρα κράτησης της δικτατορίας. Την ώρα που οι εξέδρες τραγουδούσαν και οι κάμερες μετέδιδαν εικόνες εθνικής ενότητας, άνθρωποι κρατούνταν πίσω από τοίχους που έκρυβαν μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Όταν ο Κέμπες σκόραρε στην παράταση του τελικού και το στάδιο σηκώθηκε όρθιο ο θόρυβος των πανηγυρισμών έφτασε μέχρι τους κρατουμένους του ESMA. Ήταν το ίδιο γκολ. Η ίδια στιγμή. Δύο εντελώς διαφορετικές εμπειρίες της ίδιας χώρας. Αυτή η διπλή πραγματικότητα ακολουθεί μέχρι σήμερα το Μουντιάλ του 1978.
Υπάρχει ακόμη μια μικρή λεπτομέρεια που συνδέθηκε αργότερα με εκείνο το Μουντιάλ. Στις τηλεοπτικές εικόνες του 1978 διακρίνονται μαύρες λωρίδες βαμμένες στη βάση των λευκών δοκαριών. Επισήμως δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία. Χρόνια αργότερα όμως εργαζόμενοι που συμμετείχαν στην προετοιμασία των γηπέδων υποστήριξαν ότι τις αντιμετώπιζαν σαν ένα διακριτικό σύμβολο πένθους για τους «εξαφανισμένους» της δικτατορίας. Η ιστορία δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ πλήρως, όμως επέζησε ως ένας από τους πιο παράξενους και συγκινητικούς θρύλους που άφησε πίσω της η διοργάνωση.
Διάβασε και αυτό από το World Cup Culture:
Στο γήπεδο η Αργεντινή παρουσίαζε κάτι πολύ περισσότερο από μια ομάδα που απλώς εκμεταλλευόταν την έδρα της. Ο Σέζαρ Λουίς Μενότι είχε δημιουργήσει ένα σύνολο που συνδύαζε ποιότητα, ένταση και ποδοσφαιρική προσωπικότητα. Ο Μενότι δεν ταίριαζε εύκολα στην εικόνα ενός προπονητή που υπηρετούσε ένα αυταρχικό καθεστώς. Ήταν διανοούμενος, λάτρης της λογοτεχνίας και υπέρμαχος ενός ποδοσφαίρου που έπρεπε να εκφράζει την κοινωνία και τον πολιτισμό της χώρας του. Λίγο πριν από τη διοργάνωση πήρε μια απόφαση που εξακολουθεί να συζητείται. Άφησε εκτός αποστολής έναν 17χρονο ποδοσφαιριστή που λεγόταν Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ο νεαρός θεωρούνταν ήδη σπουδαίο ταλέντο αλλά ο Μενότι πίστευε ότι το βάρος ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου ήταν ακόμη μεγάλο για εκείνον. Έτσι το καλοκαίρι του 1978 δεν ανήκε στον Μαραντόνα. Ανήκε στον Μάριο Κέμπες.
Ο επιθετικός της Βαλένθια εξελίχθηκε στον πρωταγωνιστή της διοργάνωσης. Τα γκολ του οδήγησαν την Αργεντινή μέχρι τον τελικό και τελικά μέχρι το τρόπαιο. Για μια γενιά Αργεντινών ο Κέμπες υπήρξε ο πρώτος μεγάλος εθνικός ήρωας πριν εμφανιστεί ο Μαραντόνα και αργότερα ο Μέσι. Η πορεία προς τον τελικό άφησε πίσω της ερωτήματα που εξακολουθούν να συζητούνται μέχρι σήμερα. Το περίφημο 6-0 απέναντι στο Περού, αποτέλεσμα που έστειλε την Αργεντινή στον τελικό εις βάρος της Βραζιλίας, παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα παιχνίδια στην ιστορία του θεσμού. Οι υποψίες ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο από ένα περιστατικό που δεν έπαψε ποτέ να προκαλεί συζητήσεις. Λίγο πριν από τη σέντρα, ο Χόρχε Βιδέλα επισκέφθηκε τα αποδυτήρια της περουβιανής ομάδας συνοδευόμενος από τον πρώην υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ. Αρκετοί Περουβιανοί ποδοσφαιριστές θυμήθηκαν αργότερα την παρουσία τους ως μια αμήχανη και ανεξήγητη παρέμβαση. Δεν εμφανίστηκαν ποτέ αποδείξεις που να εξηγούν το τελικό σκορ, όμως η εικόνα των δύο ανδρών στα αποδυτήρια παρέμεινε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στιγμιότυπα του Μουντιάλ του 1978.

Στον τελικό, η Αργεντινή βρήκε απέναντί της την Ολλανδία. Ήταν η ίδια χώρα που είχε μαγέψει τον κόσμο τέσσερα χρόνια νωρίτερα με το Total Football του Κρόιφ. Ο Κρόιφ δεν βρισκόταν πλέον στην ομάδα, αλλά οι Ολλανδοί έφτασαν ξανά μέχρι τον τελικό του τουρνουά. Η αναμέτρηση κρίθηκε στις λεπτομέρειες. Ο Κέμπες άνοιξε το σκορ, οι Ολλανδοί ισοφάρισαν λίγο πριν από το τέλος και ο Ρομπ Ρένσενμπρινκ έστειλε την μπάλα στο δοκάρι σε μία από τις πιο διάσημες φάσεις στην ιστορία των τελικών. Αν εκείνο το σουτ κατέληγε λίγα εκατοστά πιο δεξιά ίσως η ιστορία να είχε γραφτεί διαφορετικά. Στην παράταση ο Κέμπες σκόραρε ξανά. Λίγο αργότερα ο Ντανιέλ Μπερτόνι διαμόρφωσε το τελικό 3-1. Το στάδιο πανηγύριζε. Η Αργεντινή ήταν παγκόσμια πρωταθλήτρια.

Για τους φιλάθλους που πανηγύριζαν εκείνο το βράδυ η χαρά δεν ήταν ψεύτικη ούτε κατασκευασμένη. Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο στην κατανόηση του 1978. Η επιτυχία της εθνικής ομάδας ήταν πραγματική. Οι πανηγυρισμοί ήταν πραγματικοί. Η συγκίνηση ήταν πραγματική. Ταυτόχρονα πραγματική ήταν και η σκοτεινή πραγματικότητα που υπήρχε έξω από τα γήπεδα. Χρόνια αργότερα, ένας από τους κρατούμενους του ESMA θυμήθηκε ότι ορισμένοι αγώνες παρακολουθούνταν σε κοινόχρηστους χώρους του κέντρου κράτησης. Τη νύχτα του 6-0 απέναντι στο Περού, η χαρά για τη νίκη κράτησε ελάχιστα λεπτά. Βγαίνοντας από το δωμάτιο, οι κρατούμενοι αντίκρισαν έναν νεοφερμένο κρατούμενο που μόλις είχε μεταφερθεί στο κέντρο. «Περάσαμε από μια στιγμή ευφορίας στην πραγματικότητα του χώρου όπου βρισκόμασταν», θυμήθηκε αργότερα.
Διάβασε και αυτό από το World Cup Culture:
Δύσκολα μπορεί να υπάρξει πιο ακριβής περιγραφή για την Αργεντινή του 1978. Γι’ αυτό και το Μουντιάλ της Αργεντινής παραμένει τόσο δύσκολο να χωρέσει σε απλές ερμηνείες. Δεν ήταν μόνο μια ποδοσφαιρική επιτυχία. Δεν ήταν μόνο ένα εργαλείο προπαγάνδας. Ήταν και τα δύο ταυτόχρονα. Όταν η Αργεντινή κατέκτησε ξανά το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1986, ο θρίαμβος του Μαραντόνα στο Μεξικό έμοιαζε πιο καθαρός στη συλλογική μνήμη. Το 1978 αντίθετα παρέμεινε συνδεδεμένο με ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν ποτέ οριστικά.
Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η ομάδα του Κέμπες εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία της χώρας. Αυτό που εξακολουθεί να συζητείται δεν είναι η αξία των ποδοσφαιριστών της. Είναι η σχέση ανάμεσα σε μια εθνική γιορτή και σε μια εθνική τραγωδία που εκτυλίσσονταν ταυτόχρονα. Για πολλές χώρες ένα Μουντιάλ είναι απλώς μια ανάμνηση γεμάτη γκολ, στιγμές και ήρωες. Για την Αργεντινή του 1978 παραμένει κάτι πιο σύνθετο. Ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που δεν ανήκει μόνο στην ιστορία του ποδοσφαίρου αλλά και στην ιστορία μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να προσπαθεί να συμφιλιώσει τη γιορτή με τη μνήμη.






