Skip to main content

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έβαλε ξαφνικά μια λέξη της ιατρικής στην καθημερινή συζήτηση: πλασμαφαίρεση. Ο τραγουδιστής πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου σε ιδιωτικό ιατρείο στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια διαδικασίας που βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της έρευνας των Αρχών. Η νεκροψία δεν έχει προσδιορίσει μέχρι στιγμής την αιτία θανάτου και αναμένονται εργαστηριακές και τοξικολογικές εξετάσεις. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: δεν γνωρίζουμε εάν και με ποιον τρόπο η ιατρική πράξη συνδέεται με τον θάνατό του. Οτιδήποτε περισσότερο θα ήταν εικασία.

Η πλασμαφαίρεση δεν είναι blood doping. Στην πλασμαφαίρεση, το αίμα βγαίνει από το σώμα, ένα μηχάνημα διαχωρίζει το πλάσμα από τα κύτταρά του και ανάλογα με τη διαδικασία, τα υπόλοιπα συστατικά επιστρέφουν στην κυκλοφορία. Πρόκειται για τεχνική με συγκεκριμένες ιατρικές εφαρμογές. Το blood doping έχει εντελώς διαφορετικό σκοπό: να αυξήσει τεχνητά τη μάζα των ερυθρών αιμοσφαιρίων και επομένως την ικανότητα του αίματος να μεταφέρει οξυγόνο στους μυς. Η διάκριση έχει σημασία. Έχει όμως ενδιαφέρον ότι και οι δύο κόσμοι ξεκινούν από την ίδια επαναστατική ιδέα της σύγχρονης ιατρικής: το αίμα δεν είναι πλέον κάτι που απλώς κυκλοφορεί μέσα μας. Μπορούμε να το αφαιρέσουμε, να το χωρίσουμε στα συστατικά του, να το αποθηκεύσουμε, να το επεξεργαστούμε και να το επιστρέψουμε στο σώμα. Κάποια στιγμή ο αθλητισμός κατάλαβε τι σήμαινε αυτό.

Αν είσαι δρομέας μεγάλων αποστάσεων, ποδηλάτης ή αθλητής αντοχής, μεγάλο μέρος της απόδοσής σου εξαρτάται από μια αρκετά απλή εφοδιαστική αλυσίδα. Οι πνεύμονες παίρνουν οξυγόνο, τα ερυθρά αιμοσφαίρια το μεταφέρουν και οι μύες το χρησιμοποιούν. Περισσότερα διαθέσιμα ερυθρά αιμοσφαίρια μπορούν να σημαίνουν περισσότερο οξυγόνο στους μυς και δυνατότητα διατήρησης υψηλότερης έντασης για περισσότερο χρόνο. Ελεγχόμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ακόμη και μικρές παρεμβάσεις με ερυθρά αιμοσφαίρια ή χαμηλές δόσεις ερυθροποιητίνης (EPO) μπορούν να βελτιώσουν την απόδοση αντοχής περίπου κατά 4 έως 6%. Το 4% δεν ακούγεται εντυπωσιακό μέχρι να το μεταφέρεις στον πρωταθλητισμό. Εκεί όπου ο πρώτος από τον τέταρτο μπορεί να χωρίζεται από δευτερόλεπτα, τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες δεν είναι βελτίωση. Είναι σχεδόν αλλαγή αθλήματος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ένα όνομα έγινε συνώνυμο αυτής της σκοτεινής νέας δυνατότητας: ο Lasse Viren. Ο Φινλανδός κέρδισε τα 5.000 και τα 10.000 μέτρα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972. Τέσσερα χρόνια αργότερα στο Μόντρεαλ έκανε ακριβώς το ίδιο. Τέσσερα χρυσά ολυμπιακά μετάλλια στις δύο σκληρότερες αποστάσεις του σταδίου. Μαζί με τον θαυμασμό εμφανίστηκε και η υποψία: μήπως ο Virén αφαιρούσε αίμα εβδομάδες πριν από τους Αγώνες, το αποθήκευε και το επανέφερε στον οργανισμό του λίγο πριν αγωνιστεί; Εδώ αρχίζει η διαφορά ανάμεσα στον μύθο και στο γεγονός. Η κατηγορία εναντίον του Viren επαναλήφθηκε τόσο συχνά ώστε με τα χρόνια άρχισε να αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν δεδομένο. Δεν ήταν. Ο ίδιος αρνήθηκε ότι είχε χρησιμοποιήσει μεταγγίσεις αίματος και ποτέ δεν παρουσιάστηκε απόδειξη που να επιβεβαιώνει την υποψία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το blood doping υπήρχε πράγματι γύρω του. Το 1981 ο Mikko Ala-Leppilampi, Φινλανδός πρωταθλητής που είχε αγωνιστεί στα 3.000 μέτρα στιπλ στο Μόναχο, παραδέχθηκε ότι είχε χρησιμοποιήσει μετάγγιση πριν από τους Ολυμπιακούς του 1972. Υποστήριξε μάλιστα ότι η πρακτική ήταν γνωστή σε κορυφαίους Φινλανδούς αθλητές της εποχής. Λίγες εβδομάδες αργότερα ήρθε η παραδοχή του Kaarlo Maaninka, ασημένιου Ολυμπιονίκη στα 10.000 και χάλκινου στα 5.000 μέτρα στη Μόσχα το 1980. Ο Maaninka παραδέχθηκε ότι πριν από τους Αγώνες είχε δεχθεί μεταγγίσεις αίματος. Και εδώ η ιστορία γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από ένα συνηθισμένο σκάνδαλο ντόπινγκ, γιατί δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν γι’ αυτό.

Η τεχνική είχε ήδη περάσει στον πρωταθλητισμό πριν οι κανονισμοί προλάβουν να την ορίσουν ως παράβαση. Το πρόβλημα, εκείνη την εποχή, δεν ήταν πώς θα εντοπιστεί ο παραβάτης, αλλά αν αυτό που έκανε θεωρούνταν καν παράνομο. Η επιστήμη είχε δημιουργήσει μια δυνατότητα και ο αθλητισμός δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν η χρήση της ήταν τεχνολογία, ιατρική ή απάτη. Το 1984 η συζήτηση ξέφυγε από τις φήμες των Φινλανδών δρομέων. Μέλη της αμερικανικής ομάδας ποδηλασίας χρησιμοποίησαν μεταγγίσεις στους Ολυμπιακούς του Λος Άντζελες. Λίγο αργότερα το blood doping απαγορεύτηκε. Αλλά δημιουργήθηκε ένα παράδοξο που θα κυνηγούσε το αντιντόπινγκ για χρόνια: μπορούσες να απαγορεύσεις μια αυτομετάγγιση πολύ ευκολότερα απ’ όσο μπορούσες να αποδείξεις ότι είχε συμβεί.

Και τότε η τεχνολογία έκανε το επόμενο βήμα. Η ερυθροποιητίνη (EPO) δεν απαιτούσε πλέον να αφαιρείς αίμα, να το κρατάς σε ψυγείο και να το επιστρέφεις στο σώμα. Η ερυθροποιητίνη είναι ορμόνη που διεγείρει την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η ιατρική τη χρησιμοποίησε για να βοηθήσει ασθενείς. Οι αθλητές αντοχής κατάλαβαν ότι μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν για κάτι άλλο: να υποχρεώσουν το ίδιο το σώμα να κατασκευάσει το πλεονέκτημα που προηγουμένως του έδινε μια σακούλα αίματος. Η δεκαετία του 1990 και οι αρχές του 2000 έγιναν το εργαστήριο αυτής της ιδέας. Και κανένα πρόσωπο δεν συμβολίζει περισσότερο εκείνη την εποχή από τον Lance Armstrong.

Η υπόθεση Armstrong συχνά περιορίζεται στην εικόνα ενός σπουδαίου πρωταθλητή που ντοπαριζόταν. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη. Η έρευνα της USADA περιέγραψε ένα οργανωμένο σύστημα στο οποίο χρησιμοποιούνταν EPO, μεταγγίσεις αίματος, τεστοστερόνη και άλλες απαγορευμένες πρακτικές. Η υπηρεσία το χαρακτήρισε ως το πιο εξελιγμένο και επαγγελματικά οργανωμένο πρόγραμμα ντόπινγκ που είχε αποκαλυφθεί έως τότε. Ο Armstrong τιμωρήθηκε ισόβια και έχασε μεταξύ άλλων, τους επτά τίτλους του στο Tour de France.

Από τον Virén μέχρι τον Armstrong είχε συμβεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από την εξέλιξη μιας μεθόδου ντόπινγκ. Είχε αλλάξει η ίδια η ιδέα του αθλητικού σώματος. Για μεγάλο μέρος της ιστορίας του αθλητισμού, η βασική υπόθεση ήταν απλή. Έχεις ένα σώμα. Το προπονείς. Προσπαθείς να το κάνεις ισχυρότερο, ταχύτερο, ανθεκτικότερο. Το blood doping εισήγαγε μια διαφορετική λογική: δεν χρειάζεται απλώς να εκπαιδεύσεις καλύτερα το σώμα που έχεις. Μπορείς να επέμβεις στη μηχανή.

Το σύγχρονο αντιντόπινγκ αναγκάστηκε τελικά να υιοθετήσει την ίδια λογική. Το Athlete Biological Passport δεν ψάχνει μόνο για μια απαγορευμένη ουσία. Παρακολουθεί βιολογικούς δείκτες ενός αθλητή στον χρόνο και αναζητά μεταβολές που μπορεί να υποδηλώνουν χειραγώγηση. Είναι η μετάβαση από το «βρες το φάρμακο» στο «διάβασε το σώμα». Οι χαμηλές δόσεις και οι μικρές παρεμβάσεις, ωστόσο, εξακολουθούν να δυσκολεύουν την ανίχνευση. Σήμερα οι κανόνες είναι πολύ σαφέστεροι. Σήμερα οι κανονισμοί απαγορεύουν ρητά τόσο τις μεταγγίσεις αίματος όσο και κάθε τεχνητή μέθοδο που αυξάνει την ικανότητα του οργανισμού να μεταφέρει οξυγόνο. Το πρόβλημα, όμως, δεν εξαφανίστηκε. Μετακινήθηκε σε μικρότερες δόσεις, πιο δύσκολες παρεμβάσεις και μεθόδους που αφήνουν όλο και λιγότερα ίχνη.

Μισός αιώνας χωρίζει τις υποψίες γύρω από τον Lasse Virén από το σημερινό βιολογικό διαβατήριο. Η τεχνολογία άλλαξε, οι εξετάσεις έγιναν πιο έξυπνες, οι κανονισμοί έμαθαν να τρέχουν λίγο γρηγορότερα πίσω από την επιστήμη. Η βασική επιθυμία δεν άλλαξε καθόλου. Να βρεθεί το επόμενο 1%. Αυτή είναι τελικά η πραγματική ιστορία του blood doping. Όχι η ιστορία μερικών αθλητών που έβαζαν αίμα σε σακούλες ή μιας γενιάς ποδηλατών που ανακάλυψε την EPO. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο πρωταθλητισμός πέρασε ένα σύνορο. Σταμάτησε να αναρωτιέται μόνο πόσο καλύτερα μπορεί να προπονήσει το ανθρώπινο σώμα και άρχισε να αναρωτιέται πόσο μπορεί να το τροποποιήσει. Και τότε δημιουργήθηκε ένα ερώτημα που, πενήντα χρόνια αργότερα, δεν έχουμε λύσει πραγματικά. Πότε σταματάς να βελτιώνεις τον αθλητή και αρχίζεις να κατασκευάζεις έναν διαφορετικό άνθρωπο;

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
semi-marathon-thessaloniki
hurricane26-300x250-copy