Ο Ουμπέρτο Έκο πέθανε το 2016 αφήνοντας πίσω του μυθιστορήματα, δοκίμια, θεωρίες για τη γλώσσα, τη σημειωτική, τα μέσα ενημέρωσης και σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να μετατραπεί σε ερώτηση. Άφησε όμως και μια ασυνήθιστη τελευταία επιθυμία: για δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του να μη διοργανωθούν ακαδημαϊκά συνέδρια αφιερωμένα στο έργο του. Σαν να ήθελε να αποφύγει εκείνη τη γνωστή μοίρα των μεγάλων διανοουμένων, που πρώτα γίνονται μνημεία και ύστερα παύουμε πραγματικά να τους διαβάζουμε. Τα δέκα χρόνια πέρασαν και περισσότεροι από 300 μελετητές συγκεντρώθηκαν στην Μπολόνια για το «Κληρονομώντας τον Έκο», το πρώτο μεγάλο συνέδριο για το έργο του μετά τον θάνατό του. Ήρθαν από διαφορετικές χώρες για να μιλήσουν για τη σημειωτική, τη λογοτεχνία, τον Μεσαίωνα, τα μέσα ενημέρωσης, τις θεωρίες συνωμοσίας και την τεχνητή νοημοσύνη, ανακαλύπτοντας κυρίως πόσο δύσκολο είναι να συμφωνήσεις για έναν άνθρωπο που πέρασε τη ζωή του αμφισβητώντας τις εύκολες απαντήσεις. Η Μπολόνια εκείνων των ημερών έμοιαζε με μια μικρή εγκυκλοπαίδεια του ίδιου του Έκο. Ακαδημαϊκοί μετακινούνταν από αίθουσα σε αίθουσα, από τη σημειωτική και τη μεσαιωνική αισθητική στην τεχνητή νοημοσύνη, ενώ στο παλιό γραφείο του είχε απομείνει ακόμη η ανάμνηση ενός ανθρώπου που, εκτός από βιβλία, λέγεται πως διατηρούσε και μια κρυφή συλλογή καλών ουίσκι. Κανείς δεν ήταν απολύτως βέβαιος αν η ιστορία ήταν αληθινή. Για τον Έκο αυτό σχεδόν μοιάζει ιδανικό.

Μεγάλο μέρος της ζωής του το πέρασε άλλωστε σε αυτή ακριβώς τη λεπτή περιοχή, ανάμεσα σε αυτό που λέμε ότι συνέβη και σε αυτό που τελικά επιλέγουμε να πιστέψουμε. Ο Έκο δεν υπήρξε μόνο ακαδημαϊκός. Ήταν ένας από τους τελευταίους μεγάλους Ευρωπαίους δημόσιους διανοούμενους, ικανός να περάσει από το πανεπιστήμιο στην εφημερίδα, από τη σημειωτική στην τηλεόραση και από ένα δύσκολο φιλοσοφικό δοκίμιο σε ένα μυθιστόρημα που θα διαβαζόταν από εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτή ακριβώς η μορφή διανοούμενου μοιάζει σήμερα σχεδόν με είδος υπό εξαφάνιση. Η δημόσια συζήτηση κινείται με την ταχύτητα του feed, οι ιδέες πρέπει να χωρέσουν σε posts, reels και αποσπάσματα λίγων δευτερολέπτων και η πολυπλοκότητα συχνά αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα αντί ως προϋπόθεση κατανόησης. Ο Έκο αντίθετα, πέρασε δεκαετίες προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί τα πράγματα είναι συνήθως πιο περίπλοκα απ’ όσο θα θέλαμε και γι’ αυτό ακριβώς οι παλιές εμμονές του μοιάζουν σήμερα τόσο παράξενα οικείες.
Στο Εκκρεμές του Φουκώ, τρεις εκδότες κατασκευάζουν για παιχνίδι μια τεράστια θεωρία συνωμοσίας. Παίρνουν πραγματικά γεγονότα, κομμάτια της Ιστορίας και σύμβολα, τα συνδέουν αυθαίρετα μεταξύ τους και χτίζουν μια ιστορία που κάποιοι τελικά πιστεύουν, μέχρι τη στιγμή που όσα επινόησαν αρχίζουν να έχουν πραγματικές συνέπειες. Στην Μπολόνια ο δημοσιογράφος Alexander Stille χρησιμοποίησε αυτή ακριβώς τη λογική για να μιλήσει για το QAnon, την παραπληροφόρηση και την κρίση εμπιστοσύνης προς τα μέσα ενημέρωσης. Θα ήταν εύκολο να πούμε ότι ο Έκο «προέβλεψε το διαδίκτυο». Δεν το έκανε γιατί είχε καταλάβει κάτι σημαντικότερο. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πάντοτε μια αφήγηση επειδή είναι αληθινή αλλά γιατί τους προσφέρει ένα σχήμα μέσα στο οποίο ένας χαοτικός κόσμος αρχίζει ξαφνικά να μοιάζει τακτοποιημένος. Το καινούργιο σήμερα δεν είναι ότι κατασκευάζουμε ψέματα. Το καινούργιο είναι ότι μπορούμε να τα παράγουμε, να τα αντιγράφουμε και να τα διανέμουμε γρηγορότερα απ’ όσο προλαβαίνουμε να τα ελέγξουμε.

Σε αυτή τη συνθήκη προστέθηκαν τώρα και οι μηχανές. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα δεν αναζητούν απλώς πληροφορίες για εμάς. Τις οργανώνουν, τις συνδέουν και μας τις επιστρέφουν ήδη μεταμορφωμένες σε απαντήσεις. Εδώ μια παλιά έννοια του Έκο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για εκείνον η «εγκυκλοπαίδεια» δεν ήταν μια τεράστια αποθήκη γνώσεων, αλλά ένα ανοιχτό και διαρκώς μεταβαλλόμενο δίκτυο πολιτισμικών σχέσεων και αναφορών μέσα από το οποίο καταλαβαίνουμε τον κόσμο. Η αναλογία με τα σημερινά γλωσσικά μοντέλα είναι γοητευτική αλλά χρειάζεται ένα σαφές όριο. Ο Έκο δεν είχε περιγράψει το ChatGPT και η εγκυκλοπαίδειά του δεν είναι κάποιο πρώιμο θεωρητικό μοντέλο της AI. Το κοινό σημείο βρίσκεται στην ιδέα ότι το νόημα δεν υπάρχει μόνο του, αλλά προκύπτει από τον τρόπο που τα πράγματα συνδέονται μεταξύ τους. Από αυτό όμως προκύπτει μια πιο δύσκολη ερώτηση: μπορεί μια μηχανή να γνωρίζει κάτι χωρίς να έχει ζήσει τίποτε από αυτό που περιγράφει;
Ο Claudio Paolucci μαθητής και σημαντικός μελετητής του Έκο, υποστήριξε στη Μπολόνια ότι ο ίδιος πιθανότατα θα αντιμετώπιζε την τεχνητή νοημοσύνη περισσότερο με περιέργεια παρά με φόβο. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 ενθάρρυνε τους φοιτητές του να ασχολούνται με τον προγραμματισμό και κατά τον Paolucci, σήμερα θα διασκέδαζε συνομιλώντας με συστήματα όπως το ChatGPT και το Claude. Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον Έκο να δοκιμάζει το ChatGPT, να του θέτει παράξενες ερωτήσεις, να του στήνει παγίδες και να αναζητά τις αντιφάσεις του, ενδιαφερόμενος ίσως λιγότερο για το τι γνωρίζει η μηχανή και περισσότερο για το πώς καταφέρνει να μας πείθει ότι γνωρίζει.
Εκεί βρίσκεται και το ουσιαστικότερο ζήτημα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι μια μηχανή μπορεί να κάνει λάθος. Οι άνθρωποι κάνουν λάθη καθημερινά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το λάθος αποκτά τη γλώσσα της βεβαιότητας, όταν μια ανύπαρκτη πληροφορία εμφανίζεται με σωστή σύνταξη, πειστικό ύφος και την ψυχραιμία κάποιου που δεν αισθάνεται ποτέ την ανάγκη να διστάσει. Ο ύστερος Έκο επέμενε ότι η ερμηνεία έχει όρια και ο φιλόσοφος Maurizio Ferraris συνόψισε αυτή την πλευρά της σκέψης του με μια απλή ιδέα: η πραγματικότητα είναι εκείνο που κάποια στιγμή αντιστέκεται στις περιγραφές μας. Σε μια εποχή deepfakes, εικόνων που δεν τραβήχτηκαν ποτέ και κειμένων που μπορεί να μην έγραψε κανένας άνθρωπος, αυτή η σκέψη αποκτά άλλη βαρύτητα. Το ίδιο ερώτημα επιστρέφει και στην τέχνη, όπου η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ατέλεια και την ανθρώπινη δημιουργία.
Περάσαμε δεκαετίες πιστεύοντας ότι περισσότερη πληροφορία θα δημιουργούσε καλύτερα ενημερωμένους ανθρώπους. Σήμερα έχουμε περισσότερη πληροφορία από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά και αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι η πρόσβαση δεν αρκεί. Χρειάζεται κρίση, μνήμη και η ικανότητα να ξεχωρίζεις μια πειστική πρόταση από μια αληθινή πρόταση. Χρειάζεται ακόμη κάτι που σήμερα μοιάζει όλο και πιο δύσκολο: να μπορείς να παραδεχθείς ότι δεν ξέρεις. Ο Έκο ζήτησε δέκα χρόνια σιωπής πριν αρχίσουμε να μιλάμε ξανά γι’ αυτόν.Τα δέκα χρόνια πέρασαν και, αντί να απομακρύνουν τον Έκο από την εποχή μας, έκαναν πολλές από τις ιδέες του να μοιάζουν πιο επίκαιρες. Σε έναν κόσμο που μπορεί να παράγει απαντήσεις με πρωτοφανή ταχύτητα, μας επιστρέφει τελικά στην ερώτηση που καμία μηχανή δεν μπορεί να απαντήσει για λογαριασμό μας: τι αξίζει να πιστέψουμε;
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







