Η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Αλέκου Λεβίδη στο Μουσείο Μπενάκη συγκεντρώνει περισσότερα από 500 έργα και αποκαλύπτει έναν ζωγράφο που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την τέχνη ως παιχνίδι. Ακόμη κι όταν αυτό το παιχνίδι περιλαμβάνει πολέμους, πολιτικές συγκρούσεις και ανθρώπινες απώλειες.
Το 1961, όταν ο Αλέκος Λεβίδης δημιουργούσε τα πρώτα έργα που περιλαμβάνονται στη σημερινή αναδρομική του έκθεση, η Ελλάδα προσπαθούσε να αφήσει πίσω της τον Εμφύλιο, χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν της. Η δικτατορία δεν είχε ακόμη επιβληθεί, ο Μάης του ’68 δεν είχε συμβεί. Ο Λεβίδης ήταν δεκαεπτά ετών. Δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσα από όσα θα ακολουθούσαν θα έμπαιναν κάποτε στους πίνακές του. Ούτε ότι εξήντα πέντε χρόνια αργότερα θα καλούνταν να παρουσιάσει μια δημιουργική διαδρομή που διασχίζει σχεδόν ολόκληρη τη μεταπολεμική ελληνική ιστορία.
Η έκθεση «Αλέκος Λεβίδης. Ζωγραφική 1961–2026. Δια βίου παιχνίδι», στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς 138, είναι η πρώτη μεγάλη αναδρομική παρουσίαση του έργου του. Περισσότερα από πεντακόσια έργα, ζωγραφικές συνθέσεις, σχέδια, τοιχογραφίες, εγκαταστάσεις, σκηνογραφίες και εικαστικά σημειωματάρια, συγκεντρώνονται σε μια έκθεση που επιμελείται ο ίδιος μαζί με τη Μαρίκα Ρόμπου-Λεβίδη. Η παρουσία του δημιουργού στην επιμέλεια έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν παραδίδει απλώς τη δουλειά του σε μια μεταγενέστερη αξιολόγηση. Συμμετέχει στον τρόπο με τον οποίο θα συναντηθούν έργα που δημιουργήθηκαν με απόσταση δεκαετιών, όταν ο ίδιος ήταν διαφορετικός άνθρωπος και η Ελλάδα μια διαφορετική χώρα.

Ο τίτλος «Δια βίου παιχνίδι» θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση μιας ανέμελης σχέσης με τη ζωγραφική. Τα έργα όμως αποκαλύπτουν κάτι πολύ πιο σύνθετο. Για τον Λεβίδη, το παιχνίδι απαιτεί προσήλωση, γνώση, πειθαρχία και την ελευθερία να δοκιμάζει κανείς συνδυασμούς που η συμβατική λογική θα απέρριπτε. Να τοποθετεί δύο γεγονότα που απέχουν αιώνες μέσα στον ίδιο χώρο. Να δανείζεται μια μορφή από την αρχαία τέχνη και να την εντάσσει σε μια σύγχρονη πολιτική αλληγορία. Να αντιμετωπίζει τη ζωγραφική ως ένα πεδίο όπου οι κανόνες υπάρχουν για να επιτρέπουν νέες ανακαλύψεις.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1944, ο Λεβίδης μαθήτευσε κοντά στους ζωγράφους Κώστα Μαλάμο και Αλέκο Κοντόπουλο. Το 1963 παρακολούθησε σεμινάρια σκηνοθεσίας και σκηνογραφίας στο Παρίσι, σπούδασε αρχιτεκτονική στη Γενεύη από το 1964 έως το 1969 και στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές πολεοδομίας στο Παρίσι. Αυτή η εκπαίδευση είναι παρούσα στον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τις εικόνες του. Τα κτίρια, οι στοές, τα ερείπια και οι ανθρώπινες μορφές δεν τοποθετούνται τυχαία. Ο χώρος οργανώνεται με αρχιτεκτονική ακρίβεια, ενώ οι μορφές συχνά μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια παράσταση της οποίας η υπόθεση αποκαλύπτεται σταδιακά.
Η σχέση του με την ιστορία της τέχνης είναι εξίσου βαθιά. Ελληνιστικά και ρωμαϊκά στοιχεία συνυπάρχουν με αναφορές στον Γκόγια, τον Πικάσο, τον Ντε Κίρικο και τον Τσαρούχη. Ο Λεβίδης δεν τα χρησιμοποιεί ως παραθέματα που αποδεικνύουν την καλλιέργειά του. Τα μεταφέρει σε διαφορετικά περιβάλλοντα, αλλάζει τις μεταξύ τους σχέσεις και δημιουργεί εικόνες που διατηρούν μια παράξενη αφηγηματική συνοχή. Η ζωγραφική του παραμένει παραστατική, αλλά αρνείται να περιοριστεί σε όσα μπορούν να εξηγηθούν με μια πρώτη ματιά.


Η ιστορικός Έφη Αβδελά, μελετώντας τα «Μυθ-ιστορικά», έχει επισημάνει τη συνάντηση της προσωπικής εμπειρίας με τη δημόσια Ιστορία στο έργο του. Η ενότητα αυτή καταλαμβάνει σημαντική θέση στη νέα έκθεση, στην κεντρική αίθουσα του ισογείου. Έργα που προέρχονται από διαφορετικές περιόδους συνομιλούν μεταξύ τους, συνδυάζοντας ιστορικά γεγονότα, αρχαίους μύθους, οικογενειακές αναφορές και εικόνες της σύγχρονης ζωής. Ο Λεβίδης δεν επιδιώκει να εικονογραφήσει την Ιστορία ούτε να επιβάλει μια μοναδική ερμηνεία. Χρησιμοποιεί την ειρωνεία, την αλληγορία και απροσδόκητες αντιπαραθέσεις για να αναδείξει τις αντιφάσεις της.
Η σχέση του με την πολιτική άλλωστε δεν περιορίζεται στο εργαστήριο. Το 1972 συμμετείχε στην ίδρυση του βιβλιοπωλείου «Στροφή», που ανέπτυξε πολιτιστική δραστηριότητα μέσα στη δικτατορία. Τα πρώιμα πολιτικά του σχέδια, δημιουργημένα σε μια περίοδο κοινωνικής έντασης και αυταρχισμού, παρουσιάζονται στην αναδρομική ως τεκμήρια μιας εποχής. Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς πώς η άμεση αντίδραση των νεανικών χρόνων εξελίχθηκε σε μια πιο σύνθετη εικαστική γλώσσα, όπου το πολιτικό σχόλιο δεν βρίσκεται απαραίτητα στην επιφάνεια. Μπορεί να κρύβεται σε μια χειρονομία, στη συνύπαρξη δύο μορφών ή στην ανατροπή ενός γνώριμου συμβόλου.
Η ίδια η οργάνωση της έκθεσης προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο Λεβίδης αντιμετωπίζει τον χώρο. Μια μεγάλη διπλή πύλη, τμήμα παλαιότερης τοιχογραφίας από κατοικία, αποτοιχίστηκε και ανασυστάθηκε ειδικά για την έκθεση από το τμήμα συντήρησης του Μουσείου Μπενάκη. Μέσα από αυτήν ο επισκέπτης οδηγείται στα έργα για τη Μεγάλη Ελλάδα, που δημιουργήθηκαν το 2000, με αφορμή την είσοδο στη νέα χιλιετία. Η επιλογή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ένα ζωγραφικό στοιχείο που δημιουργήθηκε για έναν συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό χώρο αποκτά νέα θέση και λειτουργία. Η πύλη γίνεται πραγματικό πέρασμα ανάμεσα σε διαφορετικές ενότητες του έργου του. Η ζωγραφική δεν περιορίζεται στην επιφάνεια ενός πίνακα. Συμμετέχει ενεργά στην εμπειρία του χώρου.

Ανάμεσα στις εγκαταστάσεις που παρουσιάζονται βρίσκεται και η «Μνήμη Παλμύρας», έργο που είχε παρουσιαστεί το 2016 στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη, μετά τη λεηλασία της αρχαίας πόλης από το Ισλαμικό Κράτος και τη δολοφονία του αρχαιολόγου Χάλεντ αλ Ασάαντ. Εδώ η βία στρέφεται εναντίον ανθρώπων και μνημείων, εναντίον της ίδιας της δυνατότητας να διατηρηθούν τα τεκμήρια ενός πολιτισμού. Για έναν καλλιτέχνη με τόσο βαθιά σχέση με τον αρχαίο κόσμο, η καταστροφή ενός αρχαιολογικού τόπου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Λεβίδης δεν περιορίζεται σε μια καταγγελία. Επεξεργάζεται την απώλεια με τα μέσα της τέχνης του, επιχειρώντας να διασώσει κάτι από την παρουσία όσων καταστράφηκαν.
Δίπλα στις δημόσιες αναφορές υπάρχουν οι προσωπικές. Πρόσωπα της οικογένειας, αγαπημένοι άνθρωποι και περιστατικά της ζωής του εμφανίζονται συχνά μεταμορφωμένα σε σύμβολα. Το λευκό άλογο, για παράδειγμα, συνδέεται με τον πατέρα του, όπως έχει καταγράψει η Ρέα Γαλανάκη έπειτα από συνομιλία με τον ζωγράφο. Για τον θεατή μπορεί να αποτελεί ένα μυθολογικό ή καθαρά εικαστικό μοτίβο. Για τον δημιουργό διαθέτει μια δεύτερη, ιδιωτική σημασία. Η εικόνα λειτουργεί και στα δύο επίπεδα, χωρίς το ένα να ακυρώνει το άλλο.

Η αναδρομική έκθεση επιτρέπει να γνωρίσουμε και πλευρές του Λεβίδη πέρα από τους πίνακες. Ξεχωριστή θέση κατέχουν οι σκηνογραφικές δημιουργίες του, ανάμεσά τους τα σκηνικά για την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή που σκηνοθέτησε ο Λευτέρης Βογιατζής το 1992 στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Παρουσιάζονται ακόμη ζωγραφικές μακέτες εξωφύλλων βιβλίων και εικαστικά σημειωματάρια, ενώ μια ξεχωριστή ενότητα συγκεντρώνει μικρά τετράγωνα έργα που αποτέλεσαν πεδίο δοκιμών για μεταγενέστερες συνθέσεις. Αυτές οι διαφορετικές δραστηριότητες φανερώνουν έναν δημιουργό που δεν αντιμετώπισε ποτέ τον πίνακα ως το μοναδικό πεδίο της τέχνης του. Η ζωγραφική μπορεί να κατοικήσει έναν τοίχο, να συνομιλήσει με ένα λογοτεχνικό κείμενο ή να οργανώσει τον χώρο μιας θεατρικής παράστασης.
Σε μια εποχή όπου χιλιάδες εικόνες περνούν καθημερινά από τις οθόνες μας και εξαφανίζονται πριν προλάβουμε να τις παρατηρήσουμε, η ζωγραφική του Λεβίδη προτείνει έναν διαφορετικό ρυθμό. Απαιτεί χρόνο. Ο θεατής χρειάζεται να εξετάσει τις λεπτομέρειες, να αναγνωρίσει αναφορές, να αμφισβητήσει την πρώτη του εντύπωση. Δεν είναι υποχρεωμένος να κατανοήσει τα πάντα. Η εικόνα διατηρεί το δικαίωμα να παραμένει αινιγματική, να προσφέρει περισσότερες από μία αναγνώσεις. Και αυτή η δυνατότητα συμμετοχής του θεατή είναι επίσης μέρος του παιχνιδιού.
Στα 82 του χρόνια, ο Αλέκος Λεβίδης κοιτάζει μια διαδρομή εξήντα πέντε ετών χωρίς να έχει εγκαταλείψει την περιέργεια που τον οδήγησε στη ζωγραφική. Αυτό είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της αναδρομικής του έκθεσης. Η διάρκεια δεν παρουσιάζεται ως μια ακολουθία επιτευγμάτων που οδηγεί αναπόφευκτα στη δικαίωση. Περιλαμβάνει δοκιμές, μεταβολές, διαφορετικές αναζητήσεις και τη συνεχή αναμέτρηση με όσα δεν έχουν ακόμη αποκτήσει μορφή. Η γνώση αυξάνεται, η τεχνική εξελίσσεται, η εμπειρία βαθαίνει. Αλλά ο καλλιτέχνης εξακολουθεί να επιστρέφει μπροστά στη λευκή επιφάνεια, αναζητώντας κάτι που δεν έχει ζωγραφίσει ακόμη. Εξήντα πέντε χρόνια αργότερα, το παιχνίδι συνεχίζεται. Και αυτό σημαίνει ότι η επόμενη εικόνα εξακολουθεί να έχει σημασία.
Η έκθεση «Αλέκος Λεβίδης. Ζωγραφική 1961–2026. Δια βίου παιχνίδι» παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138, από τις 8 Οκτωβρίου 2026 έως τις 14 Φεβρουαρίου 2027.
Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;







