Skip to main content

Κάθε καλλιτεχνικό πρόγραμμα είναι μια σειρά αποφάσεων για το τι αξίζει να κοιτάξουμε τώρα. Ποιον συγγραφέα ξαναφέρνεις στη σκηνή, σε ποιον δημιουργό δίνεις χώρο, ποιο έργο πιστεύεις ότι αντέχει να ειπωθεί άλλη μία φορά χωρίς να μετατραπεί σε πολιτιστικό έπιπλο. Στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου για το 2026-27, η Αργυρώ Χιώτη διαλέγει μια εικόνα αρκετά απλή για να περιγράψει όλα αυτά: ένα κτίριο γεμάτο δωμάτια. Κάθε παράσταση αποκτά τον δικό της χώρο. Βιβλιοθήκη, κήπος, παιδικό δωμάτιο, εξομολογητήριο, σοφίτα, κουζίνα, καταφύγιο, υπόγειο, ξενώνας. Στην αρχή μοιάζει με εκείνα τα εύστοχα concepts που συνοδεύουν συνήθως την παρουσίαση μιας θεατρικής περιόδου και μετά ξεχνιούνται. Διαβάζοντας όμως το πρόγραμμα καταλαβαίνεις ότι πίσω από την κάτοψη κρύβεται κάτι περισσότερο: μια προσπάθεια να περιγραφεί το Εθνικό όχι ως το μεγάλο σπίτι του ρεπερτορίου, αλλά ως ένας χώρος στον οποίο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι, εποχές και τρόποι να βλέπεις τον κόσμο αναγκάζονται να συγκατοικήσουν.

Φέτος αυτό το σπίτι μεγαλώνει και κυριολεκτικά. Το REX ανοίγει ξανά μετά την ανακαίνισή του και, μαζί με το Τσίλλερ, βρίσκεται σε πλήρη λειτουργία, ενώ το Δίπυλον συνεχίζει για δεύτερη χρονιά να φιλοξενεί παραγωγές του Εθνικού. Η επιστροφή ενός ιστορικού θεάτρου θα μπορούσε από μόνη της να γίνει το μεγάλο νέο της χρονιάς. Περισσότερο ενδιαφέρον έχει όμως τι αποφασίζεις να κάνεις όταν αποκτάς ξανά χώρο. Εκεί αρχίζει να φαίνεται και η γραμμή του προγράμματος. Όχι σαν καθαρό θεματικό σύνθημα. Περισσότερο σαν μια σειρά από ανησυχίες που επανέρχονται, άλλοτε φανερά και άλλοτε από την πίσω πόρτα. Εξουσία, φόβος, μνήμη, ο ξένος, η πόλη, η δυσκολία να ζεις μαζί με άλλους ανθρώπους.

Στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», η Ιώ Βουλγαράκη συναντά τον Λόρκα με τη Φιλαρέτη Κομνηνού στον κεντρικό ρόλο και έναν αποκλειστικά γυναικείο θίασο. Η πρόθεση δεν είναι να επιστρέψει απλώς ένα μεγάλο έργο στην Κεντρική Σκηνή ύστερα από τρεις δεκαετίες. Η παράσταση θέλει να απομακρύνει την ιστορία από την ασφάλεια της Ισπανίας του 1936 και να κοιτάξει ξανά τον μηχανισμό που βρίσκεται στο κέντρο της: ανθρώπους που ζουν μέσα σε ένα σύστημα καταστολής τόσο αποτελεσματικό ώστε κάποια στιγμή δεν χρειάζεται πια κανείς να τους επιτηρεί. Έχουν μάθει να το κάνουν μόνοι τους.

Τον Απρίλιο, στην ίδια σκηνή, η «Τρικυμία» του Ντμίτρι Κρίμοφ θα κάνει παγκόσμια πρεμιέρα. Ο Κρίμοφ ζει τα τελευταία χρόνια μακριά από τη Ρωσία και βάζει την εμπειρία της αυτοεξορίας του μέσα στον Σαίξπηρ. Ο Πρόσπερο επιστρέφει σε έναν τόπο που δεν είναι πια αυτός που άφησε. Το μαγικό ραβδί έχει αντικατασταθεί από πραγματικά μέσα εξόντωσης, η πόλη έχει προχωρήσει, έχει εκσυγχρονιστεί, έχει μάθει πιθανότατα να μιλά για ένα καλύτερο αύριο. Το παρελθόν όμως δεν εξαφανίζεται επειδή έχτισες κάτι από πάνω του. Τι κάνεις λοιπόν με τη βία που προηγήθηκε; Εκδικείσαι, συγχωρείς, ξεχνάς; Και πώς επιστρέφεις ύστερα στην ίδια κοινή ζωή;

Αυτές οι ερωτήσεις βρίσκουν έναν απροσδόκητο συγγενή στον «Δράκουλα». Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας και ο Δημοσθένης Παπαμάρκος δουλεύουν πάνω στη μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που είχε δημοσιευτεί στις επιφυλλίδες του «Νέου Άστεως» το 1903. Ξαφνικά ένα από τα γνωστότερα τέρατα της δυτικής μυθολογίας περνά μέσα από τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη και ξαναγίνεται αυτό που εύκολα ξεχνάμε μέσα στις κάπες, στους κυνόδοντες και στη γοτθική αισθητική: ένας ξένος που περνά τα σύνορα μιας κοινωνίας πεπεισμένης ότι ξέρει ακριβώς ποια είναι. Η άφιξή του αρκεί για να αρχίσουν να φαίνονται οι ρωγμές της. Η φετινή σεζόν δεν μοιάζει λοιπόν να έχει ένα θέμα. Έχει περισσότερο μια δυσπιστία απέναντι σε όσα θεωρούμε σταθερά.

Στην «Ομόνοια — μια μυθοπλασία» των Ανέστη Αζά και Πρόδρομου Τσινικόρη, ένας νέος άντρας βρίσκει ένα πτώμα στην Ομόνοια. Την επομένη ψάχνει την είδηση και δεν τη βρίσκει πουθενά. Ούτε στα social media ούτε στις εφημερίδες. Η αναζήτηση γίνεται προσωπική εμμονή και η πλατεία γεμίζει θεωρίες συνωμοσίας, τηλεοπτικά στούντιο, live streams, τουρίστες και influencers. Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να καταλάβεις ότι το θρίλερ δεν αφορά τελικά μόνο ένα πτώμα. Αφορά μια πόλη όπου ακόμη και η πραγματικότητα πρέπει πλέον να κερδίσει την προσοχή μας για να θεωρηθεί πραγματική.

Η Χαρά Κότσαλη κοιτάζει από την άλλη πλευρά. Στο «Μπανάλ. Μια μέρα που δεν έγινε τίποτα» ασχολείται με τις ημέρες που κανείς δεν θα θυμηθεί. Διαμερίσματα, γάμοι, διαζύγια, αποφοιτήσεις, πρόβες, ήχοι, αποτυχημένες απόπειρες να συναρμολογηθεί ένα έπιπλο, άνθρωποι που για λίγο συναντιούνται και μετά συνεχίζουν. Το αστείο είναι ότι αυτές οι μέρες που αποκαλούμε ασήμαντες καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Τα μεγάλα γεγονότα είναι η εξαίρεση.

Η Πειραματική Σκηνή πηγαίνει ένα βήμα πίσω, πριν ακόμη υπάρξει ολοκληρωμένη παράσταση. Η Ανοιχτή Πρόβα συνεχίζεται, το κοινό βλέπει τα υλικά να αλλάζουν, μπορεί να μπαίνει και να φεύγει, και η διαδικασία δεν κρύβεται πίσω από την αυλαία μέχρι να αποκτήσει την ασφαλή μορφή της πρεμιέρας. Αργότερα η «Κιβωτός» στρέφεται στις πρώτες ιστορίες της ανθρωπότητας, από τον Γκιλγκαμές και τη Μαχαμπαράτα έως τη Θεογονία και τη Βίβλο, ενώ η «Καρδιά, Γ.» του Ευθύμη Φιλίππου, σε σκηνοθεσία Κωστή Γλύκαντζη, χτίζει τη ζωή ενός κάποιου Γιώργου από σκόρπιες μνήμες, καθημερινές σκηνές, τεκμήρια, τραγούδια, αμηχανία και λίγο splatter. Δεν χρειάζεται όλα να φτάσουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Θα ήταν μάλλον ανησυχητικό αν το έκαναν.

Και κάπου εδώ το πρόγραμμα αρχίζει να ξεφεύγει από το ρεπερτόριο. Το νέο Διεθνές Φεστιβάλ Νέων Θεατρικών Μέσων θέλει να φέρει στην ίδια συνομιλία νέους Έλληνες δημιουργούς, ξένους καλλιτέχνες και θεατρικούς οργανισμούς, με την προοπτική να αποκτήσει μόνιμη θέση στον χάρτη του Εθνικού. Το Μικρό Εθνικό κάνει την αντίστροφη διαδρομή. Δεν περιμένει απλώς το κοινό να περάσει τις πόρτες του θεάτρου, αλλά πηγαίνει σε σχολεία, γειτονιές, δομές υγείας, καταστήματα κράτησης και δημόσιους χώρους. Αυτή η λεπτομέρεια έχει μεγαλύτερη σημασία από όσο φαίνεται. Γιατί μια δημόσια σκηνή δεν κρίνεται μόνο από το ποιον ανεβάζει πάνω της. Κρίνεται και από το ποιον θεωρεί κοινό της.

Το εύρος, βέβαια, έχει το τίμημά του. Κλασικά έργα, σύγχρονη ελληνική γραφή, διεθνείς συνεργασίες, χορός, πειραματισμός, παιδιά, εκπαιδευτικά προγράμματα, κοινωνικές δράσεις, νέες θεατρικές φόρμες. Είναι πολλά. Και τα πολλά δεν αποκτούν αυτομάτως ταυτότητα επειδή βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη. Εδώ βρίσκεται μάλλον το πραγματικό στοίχημα της δεύτερης χρονιάς της Αργυρώς Χιώτη. Όχι αν θα υπάρξουν καλές παραστάσεις. Σε ένα πρόγραμμα τέτοιου μεγέθους, κάποιες θα πετύχουν και κάποιες όχι. Το ενδιαφέρον βρίσκεται αλλού: αν όταν θα κοιτάξουμε τη χρονιά προς τα πίσω θα αναγνωρίζουμε μέσα σε όλα αυτά μια σκέψη ή απλώς ένα πολύ γεμάτο ημερολόγιο.

Αν τα βάλεις δίπλα δίπλα κάτι αρχίζει να σχηματίζεται. Ο Λόρκα, ο Κρίμοφ και ο Παπαδιαμάντης φτάνουν από διαφορετικούς δρόμους σε κοινωνίες που φοβούνται ότι κάτι θα διαταράξει την τάξη τους. Η Ομόνοια κοιτάζει έναν κόσμο που δυσκολεύεται να συμφωνήσει ακόμη και για τα γεγονότα του. Η Πίνα Μπάους επιστρέφει στην ανάγκη της επαφής, η Χαρά Κότσαλη στις ημέρες που περνούν χωρίς να καταγραφούν, η Πειραματική σε κάτι που δεν έχει αποφασίσει ακόμη τι ακριβώς θα γίνει. Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουν. Πιθανότατα δεν πρέπει. Τελικά η εικόνα του κτιρίου δεν είναι απλώς ένα εύρημα. Ένα πραγματικό σπίτι δεν αποκτά χαρακτήρα επειδή όλα τα δωμάτιά του μοιάζουν μεταξύ τους. Αποκτά επειδή ξέρεις, όταν περνάς από το ένα στο άλλο, ότι βρίσκεσαι ακόμη στο ίδιο σπίτι. Το Εθνικό ανοίγει φέτος πολλές πόρτες. Το δύσκολο θα είναι, όταν κλείσει η σεζόν, να έχει αποδείξει ότι οδηγούσαν πράγματι κάπου.

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google