Νέα εποχή ξεκίνησε για το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό να αναλαμβάνει καλλιτεχνικός διευθυντής σε μια διοργάνωση που μετράει ήδη 71 χρόνια. Με τρία τοπόσημα, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και Πειραιώς 260, να αποτελούν αδιαπραγμάτευτες σταθερές του. Με βλέμμα στην εξωστρέφεια, ο Μαρμαρινός μαζί με τους συνεργάτες του, πρότεινε ένα πολυμεσιτικό ρεπερτόριο με πολύ σημαντική την παρουσία του χορού και της όπερας. Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει σπανίως παρουσιαζόμενα έργα και να έρθει σε επαφή με ιδιαίτερες αναγνώσεις Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.
Ο βιομηχανικός χώρος της Πειραιώς 260 έχει φιλοξενήσει ήδη παραστάσεις που έχουν συζητηθεί για όλους τους σωστούς και λάθος λόγους. Το Ηρώδειο αποχαιρέτησε το κοινό του με την «Εκάβη» σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, προκειμένου να ξεκινήσουν οι εργασίες αποκατάστασης του Ρωμαϊκού Μνημείου. Έναρξη πραγματοποιήθηκε και στο αργολικό θέατρο με την αναβίωση της «Μήδειας» του Λουίτζι Κερουμπίνι, σε σκηνοθεσία Παναγή Παγουλάτου και παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Τη σκυτάλη πήραν οι «Πέρσες» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη.

Στις 10 και 11 Ιουλίου, σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου της Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ», θα παρουσιαστούν οι «Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιάβορ Γκάρντεφ. Τη μουσική υπογράφουν και ερμηνεύουν ζωντανά επί σκηνής οι The Tiger Lillies, συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δράση ως σκοτεινοί τραβαδούροι, με μορφές που αντλούνται από το διονυσιακό σύμπαν. Στις Βάκχες του Γκάρντεφ τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση. Πώς μεταβολίζεται στον συλλογικό οργανισμό το συμβάν –διανοητικά, ψυχικά, πολιτικά– πριν μετατραπεί σε τραύμα; Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών.
Εμπνευσμένος από τη «Αντιγόνη», ο Άλαν Λουσιέν Όγεν, ένας από τους πιο ανήσυχους σύγχρονους χορογράφους, συγγραφείς και σκηνοθέτες της Νορβηγίας, θα καταθέσει, στις 7 και 8 Ιουλίου, τη δική του ανάγνωση στη σοφόκλεια τραγωδία. Επί σκηνής, η καλλιτεχνική ομάδα παραστατικών τεχνών winter guests, που ο ίδιος ίδρυσε πριν από είκοσι χρόνια και αποτελείται από χορευτές, ηθοποιούς, συγγραφείς και σχεδιαστές. Μαζί τους, σημαντικοί συνεργάτες-χορευτές του Tanztheater Wuppertal της Πίνα Μπάους.

Με την «Άλκηστις», το μοναδικό σωζόμενο έργο της αρχαίας τραγωδίας που φέρνει επί σκηνής όχι μόνο τον Θάνατο, αλλά και την Ανάσταση, επιστρέφει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, ο Δημήτρης Καραντζάς, στις 17 και 18 Ιουλίου. Το κείμενο του Ευριπίδη ενορχηστρώνεται ως σκηνικό πείραμα, όπου η μουσική, ο ήχος, η κίνηση και η ακροβασία του θεατρικού ύφους συνυπάρχουν οργανικά, δημιουργώντας έναν κόσμο ρευστό, οριακό και διαρκώς μεταβαλλόμενο. Η παράσταση γίνεται ένα σκηνικό επιχείρημα που δεν αφηγείται απλώς τον μύθο, αλλά θέτει καίρια ερωτήματα για την εξουσία, το φύλο, τη θυσία και την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στον θάνατο της ομώνυμης –και όχι μόνο– ηρωίδας.
Ο Νίκος Καραθάνος σε ρόλο σκηνοθέτη παρουσιάζει την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη στις 24 και 25 Ιουλίου, με βασικούς συνεργάτες τον Φοίβο Δεληβοριά να υπογράφει τη διασκευή, το πρωτότυπο κείμενο και τα τραγούδια, ενώ μαζί με τον ‘Άγγελο Τριανταφύλλου υπογράφουν τη μουσική σύνθεση. Μια νέα διασκευή που λειτουργεί ως απάντηση στην τρέλα με τρέλα, όπως λένε χαρακτηριστικά οι συντελεστές. H Ειρήνη είναι η γιορτή ενός αγροτικού κόσμου που χάθηκε, ένα κωμικό, ακατανίκητο επιχείρημα, ένα πανηγύρι του λαϊκού ανθρώπου με υλικό τους ίδιους τους καπνούς του πολέμου, ένας αναμμένος μπερντές μέσα στη φρίκη.

Μια σπουδαία στιγμή του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είναι αναμφίβολα οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, που θα παρουσιαστούν σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, την Παρασκευή, 31 Ιουλίου και το Σάββατο, 1 Αυγούστου. Οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πρίαμου, που αναμένουν την τελική διαλογή. Είναι και σώματα –ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα– που ούτε πριν τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους. Ένα ensemble 22 ερμηνευτριών και ερμηνευτών —μεταξύ των οποίων μέλη των Εν Δυνάμει— διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με ζωντανή μουσικής επί σκηνής, μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών, καταθέτουν μια σκηνική αφήγηση με κέντρο τη μουσικότητα.
Στις 21 και 22 Αυγούστου, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και ο Αστέριος Πελτέκης φέρνουν τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Η «Λυσιστράτη» δεν αποτελεί απλώς μια κωμωδία για τον πόλεμο και τον έρωτα. Επιμένει να είναι ένα βαθύτατα πολιτικό, ανθρωποκεντρικό έργο που εστιάζει στη στιγμή κατά την οποία μια κοινωνία, εξαντλημένη από τη φθορά, αναζητά επειγόντως έναν νέο τρόπο οργάνωσης. Η αρχετυπική ηρωίδα δεν προτείνει μια μεταρρύθμιση, ούτε εισηγείται έναν νέο θεσμό, αλλά προτείνει την επανεμφάνιση του σώματος, της επιθυμίας, της φροντίδας και της συλλογικής ευθύνης ως πολιτικής πράξης. Η αποχή από τον έρωτα δεν λειτουργεί «τιμωρητικά» αλλά ως πράξη «αναστολής της εντροπίας».

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος, σε συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, θα καταπιαστεί με τον «Ίων» του Ευριπίδη, στις 28 και 29 Αυγούστου. Πρόκειται για ένα από τα πιο αινιγματικά έργα του αρχαίου δράματος, το οποίο κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ τραγικού και κωμικού, μύθου και ρεαλισμού, μυστικισμού και σκεπτικισμού, θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της ταυτότητας και του ανήκειν. Ένα έργο που δείχνει να συνομιλεί άμεσα με τη σύγχρονη εμπειρία, σε μια εποχή όπου όλα τίθενται διαρκώς υπό αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μουσική παράσταση «Εννιά νούφαρα από τη νεκρή όχθη» σε σύλληψη Κ. Βήτα, που το κοινό θα παρακολουθήσει στη σκηνή της Μικρής Επιδαύρου, στις 10 και 11 Ιουλίου. Το έργο πλαισιώνεται από πρωτότυπες συνθέσεις του Κ. Βήτα, που λειτουργούν σαν σημείο εισόδου και εξόδου από έναν μουσικό κόσμο που βρίσκεται στο χείλος μιας μνήμης έτοιμης να εξαφανιστεί ή να μεταμορφωθεί. Στα «Εννιά νούφαρα από τη νεκρή όχθη» περιλαμβάνονται τέσσερα τραγούδια του Γιάννη Παπαϊωάννου καθώς και ένα καινούργιο τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα. Το αποτέλεσμα είναι ένα μουσικό μπουκέτο όπου τα ρεμπέτικα του Παπαϊωάννου συνομιλούν με τα δημοτικά τραγούδια, με τρόπο λιτό αλλά φορτισμένο.







