Skip to main content

Το 1978 ο Τζον Κάρπεντερ απέδειξε ότι ένας άνθρωπος με λευκή μάσκα μπορούσε να γίνει πιο τρομακτικός από οποιοδήποτε κινηματογραφικό τέρας. Έναν χρόνο αργότερα, ο Ρίντλεϊ Σκοτ μετέφερε τον τρόμο στο διάστημα, παγιδεύοντας ένα πλήρωμα εργαζομένων σε ένα διαστημόπλοιο. Οι δύο δημιουργοί ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους, έχοντας όμως κατανοήσει την ίδια βασική αρχή: αυτό που φανταζόμαστε μπορεί να μας τρομάξει περισσότερο από εκείνο που βλέπουμε. Σχεδόν πενήντα χρόνια κινηματογραφικής ιστορίας χωρούν στις δέκα επιλογές μας για το Halloween. Από τη λιτότητα του Κάρπεντερ μέχρι την ακραία σωματικότητα της Κοραλί Φαρζά, οι σκηνοθέτες αναζητούν τρόπους να αναμετρηθούν με τις ανησυχίες και τις εμμονές της εποχής τους. Κάποιοι προτιμούν το σκοτάδι και τη σιωπή. Άλλοι δεν διστάζουν να δείξουν όσα συνήθως αποστρέφουμε το βλέμμα για να αποφύγουμε.

Halloween (1978) – John Carpenter

Ο Μάικλ Μάγιερς στέκεται στο βάθος ενός πλάνου. Μερικές φορές δεν τον προσέχουμε αμέσως. Είναι μια σκοτεινή φιγούρα πίσω από ένα παράθυρο, ένας άνθρωπος στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Ο Τζον Κάρπεντερ γνωρίζει ότι η απόσταση ανάμεσα στον δολοφόνο και στο υποψήφιο θύμα μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη αγωνία από την ίδια τη βία. Το Halloween γυρίστηκε με περιορισμένο προϋπολογισμό, γεγονός που φαίνεται να λειτούργησε περισσότερο ως δημιουργικό πλεονέκτημα παρά ως εμπόδιο. Η κάμερα κινείται στους ήσυχους δρόμους του Χάντονφιλντ, παρατηρεί τις προσόψεις των σπιτιών και περιμένει. Η μουσική γραμμένη από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, επιβάλλει έναν ρυθμό που σχεδόν αναγκάζει το βλέμμα να αναζητά την απειλή. Η Τζέιμι Λι Κέρτις, στην πρώτη κινηματογραφική της εμφάνιση δίνει στη Λόρι Στρόουντ την αμηχανία και την αποφασιστικότητα μιας συνηθισμένης έφηβης. Σχεδόν μισό αιώνα αργότερα η επιρροή του φιλμ είναι παντού. Οι μιμητές του αντέγραψαν τη μάσκα, το μαχαίρι, τους φόνους. Εκείνο που δυσκολεύτηκαν περισσότερο να αναπαράγουν ήταν η υπομονή του Κάρπεντερ. Η ικανότητά του να αφήνει μια σκηνή να διαρκεί μέχρι το σημείο όπου ακόμη και η απουσία δράσης γίνεται ανυπόφορη.

Alien (1979) – Ridley Scott

Στο Nostromo δεν υπάρχουν οι άψογες στολές και οι φωτεινές γέφυρες των κλασικών διαστημικών περιπετειών. Οι εργαζόμενοι συζητούν για τις αμοιβές τους, οι μηχανές δείχνουν καταπονημένες και οι διάδρομοι θυμίζουν περισσότερο εργοστάσιο παρά επίτευγμα ενός λαμπρού τεχνολογικού μέλλοντος. Ο Ρίντλεϊ Σκοτ οικοδομεί αυτό το περιβάλλον με τη βοήθεια της φωτογραφίας του Ντέρεκ Βάνλιντ και των σχεδίων του H.R. Giger, που έδωσαν στο εξωγήινο πλάσμα την εφιαλτική του μορφή. Η Σιγκούρνι Γουίβερ, ως Έλεν Ρίπλεϊ, δεν εμφανίζεται από την αρχή ως ηρωίδα. Κερδίζει τη θέση της μέσα από τις αποφάσεις της. Και το διάστημα αντί να υπόσχεται περιπέτεια, αποκαλύπτεται ως ένα μέρος τρομακτικά αδιάφορο για την ανθρώπινη επιβίωση.

The Thing (1982) – John Carpenter

Δώδεκα άνδρες βρίσκονται αποκλεισμένοι σε έναν ερευνητικό σταθμό της Ανταρκτικής. Ένας εξωγήινος οργανισμός μπορεί να αντιγράφει οποιοδήποτε ζωντανό πλάσμα. Κάθε πρόσωπο, κάθε χειρονομία, ακόμη και μια ανεπαίσθητη αντίδραση αποκτά ύποπτη σημασία. Ο Κάρπεντερ μετατρέπει μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας σε ένα πείραμα πάνω στην ανθρώπινη δυσπιστία. Οι χαρακτήρες βρίσκονται συχνά στον ίδιο χώρο, αλλά η σύνθεση σπάνια δημιουργεί αίσθηση συντροφικότητας. Το βλέμμα μετακινείται από τον έναν στον άλλον αναζητώντας κάποια ένδειξη που θα επιβεβαιώσει τις υποψίες μας. Ο Κερτ Ράσελστον ρόλο του ΜακΡίντι, προσπαθεί να διατηρήσει έναν στοιχειώδη έλεγχο, ενώ κάθε καινούργια πληροφορία κάνει την κατάσταση χειρότερη. Και έπειτα υπάρχουν τα πρακτικά εφέ του Ρομπ Μποτίν. Σώματα ανοίγουν, παραμορφώνονται και αποκτούν ανατομίες που μοιάζουν αδύνατες. Η υλική τους παρουσία παραμένει εντυπωσιακή ακόμη και σήμερα. Όταν κυκλοφόρησε το The Thing αντιμετωπίστηκε με αρκετή δυσπιστία από την κριτική και απέτυχε εμπορικά. Η μετέπειτα αναγνώρισή του δικαίωσε την απαισιόδοξη σκηνοθετική ματιά του Κάρπεντερ. Το φινάλε του εξακολουθεί να συζητιέται, επειδή αρνείται να προσφέρει ακριβώς αυτό που οι θεατές αναζητούν περισσότερο: μια βεβαιότητα.

The Fly (1986) – David Cronenberg

Ο Σεθ Μπραντλ έχει κάθε λόγο να αισθάνεται περήφανος. Είναι ένας λαμπρός επιστήμονας, ερωτευμένος και πεπεισμένος ότι βρίσκεται κοντά σε μια ανακάλυψη που θα αλλάξει τον κόσμο. Ένα πείραμα τηλεμεταφοράς όμως, μεταβάλλει τον ίδιο του τον οργανισμό. Στην αρχή οι αλλαγές μοιάζουν ευεργετικές. Σύντομα το σώμα αρχίζει να ακολουθεί μια δική του ανεξέλεγκτη πορεία. Ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ ενδιαφέρεται περισσότερο για το τι συμβαίνει σε μια σχέση όταν ένας άνθρωπος καταρρέει παρά για τη δημιουργία ενός ακόμη κινηματογραφικού τέρατος. Η χημεία ανάμεσα στον Τζεφ Γκόλντμπλουμ και την Τζίνα Ντέιβις δίνει συναισθηματικό βάρος ακόμη και στις πιο αποκρουστικές σκηνές. Τα εξαιρετικά εφέ του Κρις Γουάλας κάνουν τη μεταμόρφωση σχεδόν επώδυνα χειροπιαστή, αλλά η τραγωδία βρίσκεται αλλού: στην αδυναμία δύο ανθρώπων να διατηρήσουν την οικειότητά τους όταν το σώμα του ενός γίνεται αγνώριστο. Από αυτή την άποψη το The Fly είναι ίσως περισσότερο μια ιστορία αγάπης παρά μια συμβατική ταινία τρόμου. Και γι’ αυτό αφήνει μια δυσάρεστη θλίψη που επιμένει περισσότερο από τις εικόνες της.

Scream (1996) – Wes Craven

Η Ντρου Μπάριμορ απαντά στο τηλέφωνο και ένας άγνωστος τη ρωτά ποια είναι η αγαπημένη της ταινία τρόμου. Η συζήτηση ξεκινά παιχνιδιάρικα, αλλά ο Γουές Κρέιβεν αλλάζει σταδιακά τον τόνο μετατρέποντας το τηλεφώνημα σε παγίδα. Η εναρκτήρια σκηνή του Scream παραμένει ένα υποδειγματικό κομμάτι σκηνοθεσίας, με μια ανατροπή που προειδοποιεί το κοινό ότι οι γνώριμοι κανόνες δεν θα το προστατεύσουν. Ο σεναριογράφος Κέβιν Γουίλιαμσον κατάλαβε ότι οι θεατές της δεκαετίας του 1990 είχαν ήδη αποκτήσει μεγάλη εξοικείωση με το είδος. Έτσι, οι χαρακτήρες σχολιάζουν τα κλισέ, προβλέπουν τις εξελίξεις και αστειεύονται με τις ταινίες που αγαπούν. Ο δολοφόνος δυστυχώς για εκείνους, δεν συμμερίζεται πάντοτε τη διάθεσή τους για χιούμορ. Με το Scream ο Κρέιβεν ανανέωσε το slasher κάνοντας το κοινό συνένοχο στο παιχνίδι του.

The Ring (2002) – Gore Verbinski

Επτά ημέρες. Τόσος χρόνος απομένει σε όποιον παρακολουθήσει μια μυστηριώδη βιντεοκασέτα. Η ιδέα προέρχεται από το ιαπωνικό Ringu, όμως ο Γκορ Βερμπίνσκι της δίνει μια δική του οπτική ταυτότητα: ψυχρά χρώματα, βροχερά τοπία, σπίτια όπου ακόμη και το φως της ημέρας μοιάζει άρρωστο. Η Ναόμι Γουότς υποδύεται μια δημοσιογράφο που προσπαθεί να λύσει το μυστήριο, εξετάζοντας ένα σύνολο φαινομενικά ασύνδετων καταγραφών. Αυτή η διαδικασία έρευνας προσδίδει στην ιστορία μια αστυνομική διάσταση που βοηθά την ένταση να αναπτύσσεται χωρίς διαρκείς αιφνιδιασμούς. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα είναι ότι η ίδια η εικόνα γίνεται επικίνδυνη. Η τηλεόραση παύει να αποτελεί μια ασφαλή επιφάνεια παρακολούθησης και μετατρέπεται σε πιθανή δίοδο ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η Σαμάρα, με τα μακριά μαλλιά και το χλωμό πρόσωπο, έχει πλέον καταλήξει σε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της ποπ κουλτούρας. Αλλά το The Ring αξίζει να το ξαναδεί κανείς για όσα προηγούνται της διάσημης εμφάνισής της. Για εκείνη τη διαρκή αβεβαιότητα που εισχωρεί ακόμη και στις πιο ήσυχες σκηνές.

The Descent (2005) – Neil Marshall

Έξι γυναίκες κατεβαίνουν σε ένα σύστημα σπηλαίων και χάνουν τη δυνατότητα επιστροφής στην επιφάνεια. Ο Νιλ Μάρσαλ δεν βιάζεται να αποκαλύψει τι κατοικεί μέσα στο σκοτάδι. Έχει ήδη στη διάθεσή του έναν αποτελεσματικότερο αντίπαλο: τον ίδιο τον χώρο. Οι στενές στοές δεν επιτρέπουν στην κάμερα να απομακρυνθεί. Ο φωτισμός περιορίζεται σε μερικούς φακούς και ο θεατής χάνει σταδιακά την αίσθηση του προσανατολισμού. Το The Descent δοκιμάζει τη σωματική αντοχή των χαρακτήρων του, αλλά και τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι παλιές ενοχές και οι προδοσίες αποκτούν διαφορετικό βάρος όταν δεν υπάρχει πουθενά να κρυφτείς. Από τις λίγες ταινίες που μπορούν να προκαλέσουν πραγματική δυσφορία ακόμη κι όταν δεν συμβαίνει τίποτα στην οθόνη.

[REC] (2007) – Jaume Balagueró και Paco Plaza

Μια πολυκατοικία στη Βαρκελώνη, μια δημοσιογράφος με το συνεργείο της και μια συνηθισμένη νυχτερινή κλήση της πυροσβεστικής. Οι αρχές αποκλείουν το κτίριο ενώ οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα αδυνατούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει.

Στο [REC], οι Χάουμε Μπαλαγερό και Πάκο Πλάθα παίρνουν την τεχνική της υποτιθέμενης ερασιτεχνικής καταγραφής και την εφαρμόζουν με αυστηρή συνέπεια. Δεν υπάρχει μια δεύτερη κάμερα να μας δείξει τι συμβαίνει πίσω από την πλάτη του οπερατέρ. Όταν εκείνος τρέχει η εικόνα γίνεται ασταθής. Όταν πανικοβάλλεται, χάνουμε μαζί του τον προσανατολισμό μας. Εκεί βρίσκεται η επιτυχία της ταινίας. Σε αναγκάζει να μοιραστείς την περιορισμένη γνώση των χαρακτήρων της. Η σύντομη διάρκειά της και η κλιμάκωση των γεγονότων δεν αφήνουν περιθώριο για ανάπαυση. Ένας διάδρομος, μια σκάλα και ένας ανεξήγητος θόρυβος από τον επάνω όροφο αρκούν.

Us (2019) – Jordan Peele

Τέσσερις άνθρωποι στέκονται ακίνητοι έξω από ένα εξοχικό σπίτι. Η οικογένεια που βρίσκεται μέσα τούς παρατηρεί από το παράθυρο, ώσπου συνειδητοποιεί ότι οι άγνωστοι έχουν ακριβώς τα ίδια πρόσωπα με εκείνη. Η αρχική σύλληψη του Τζόρνταν Πιλ είναι τόσο απλή ώστε μπορεί να προκαλέσει ανησυχία πριν ακόμη εμφανιστεί οποιαδήποτε βία. Ο σωσίας, ένα από τα παλαιότερα μοτίβα της λογοτεχνίας του φανταστικού, χρησιμοποιείται εδώ ως αφετηρία μιας κοινωνικής αλληγορίας για τους ανθρώπους που παραμένουν αόρατοι κάτω από την επιφάνεια της αμερικανικής ευημερίας. Η Λουπίτα Νιόνγκο αποτελεί το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ταινίας. Δεν περιορίζεται στην αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισης για να διαχωρίσει τους δύο χαρακτήρες της. Μεταβάλλει τον τρόπο που αναπνέει, κινείται και χρησιμοποιεί τη φωνή της, δημιουργώντας δύο παρουσίες που μοιάζουν συγγενικές αλλά ποτέ ταυτόσημες. Ο Πιλ προσπαθεί να προσδώσει σε κάθε λεπτομέρεια συμβολική σημασία και ορισμένες εξηγήσεις αποδυναμώνουν το αρχικό μυστήριο. Παραμένει όμως μια φιλόδοξη ταινία με εικόνες που δύσκολα αποβάλλει κανείς από τη μνήμη του. Ειδικά εκείνη η πρώτη συνάντηση στην είσοδο του σπιτιού.

The Substance (2024) – Coralie Fargeat

Η Ελίζαμπεθ Σπαρκλ κοιτάζεται στον καθρέφτη. Υπήρξε διάσημη, όμορφη και επιτυχημένη, αλλά τώρα η βιομηχανία που την αποθέωνε την αντιμετωπίζει σαν ένα προϊόν που πλησιάζει την ημερομηνία λήξης του. Η Ντέμι Μουρ δίνει σε αυτή τη γυναίκα κάτι περισσότερο από την αγωνία της γήρανσης. Την οργή κάποιου που ανακαλύπτει ότι η αξία του μετριόταν πάντοτε με όρους που δεν μπορούσε να ελέγξει. Η Κοραλί Φαρζά δεν αντιμετωπίζει το θέμα με λεπτότητα. Το αντίθετο. Κάθε πλάνο μοιάζει να επιτίθεται στις αισθήσεις. Παραμορφωτικοί φακοί, υπερβολικά κοντινά πλάνα, ήχοι που μεγεθύνουν τις πιο ασήμαντες σωματικές λειτουργίες. Η σκηνοθέτις μετατρέπει την αισθητική της διαφήμισης σε ένα γκροτέσκο σύμπαν, όπου η τελειότητα αποτελεί απαίτηση και η ανθρώπινη φθορά προσωπική αποτυχία. Η μυστηριώδης ουσία που αποκτά η ηρωίδα υπόσχεται μια νεότερη εκδοχή της, την οποία υποδύεται η Μάργκαρετ Κουόλι. Το τίμημα αυτής της συμφωνίας γίνεται σταδιακά αφόρητο. Το The Substance ανήκει σε μια παράδοση σωματικού τρόμου που μας οδηγεί πίσω στον Κρόνενμπεργκ, αλλά η Φαρζά προτιμά τη σάτιρα από τη μελαγχολία. Δεν φοβάται την υπερβολή ακόμη κι όταν αυτή πλησιάζει τα όρια της γελοιότητας. Το εξωφρενικό φινάλε είναι η λογική κατάληξη ενός κόσμου που έχει μετατρέψει το ανθρώπινο σώμα σε θέαμα. Η ταινία μπορεί να εξαντλήσει τον θεατή, δύσκολα όμως θα τον αφήσει αδιάφορο.

Ο Μάικλ Μάγιερς δεν χρειάζεται να πει ούτε μία λέξη. Η Ελίζαμπεθ Σπαρκλ αρκεί να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο χαρακτήρες χωρούν σχεδόν πενήντα χρόνια κινηματογραφικής ιστορίας, με διαφορετικές τεχνικές, αισθητικές και κοινωνικές εμμονές. Οι παλιοί φόβοι δεν εξαφανίστηκαν. Εξακολουθούμε να ανησυχούμε για όσα βρίσκονται έξω από το σπίτι, για το σώμα μας που γερνά, για τους ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε πραγματικά. Οι σκηνοθέτες βρίσκουν καινούργιους τρόπους να μας τα υπενθυμίζουν. Γι’ αυτό επιστρέφουμε σε αυτές τις ταινίες. Γνωρίζουμε ότι πίσω από την πόρτα μπορεί να βρίσκεται κάτι που δεν θέλουμε να αντικρίσουμε. Κι όμως περιμένουμε να ανοίξει.

Σου αρέσει να διαβάζεις BlackBook;