Κάθε τέσσερα χρόνια συμβαίνει κάτι παράξενο με το Μουντιάλ. Άνθρωποι που δεν έχουν παρακολουθήσει ούτε έναν αγώνα πρωταθλήματος, που δεν μπορούν να εξηγήσουν τι είναι το οφσάιντ και δυσκολεύονται να θυμηθούν σε ποια ομάδα παίζει ο αγαπημένος ποδοσφαιριστής της εποχής, αρχίζουν ξαφνικά να οργανώνουν τη ζωή τους γύρω από ενενήντα λεπτά ποδοσφαίρου. Ακυρώνουν εξόδους, μεταθέτουν συναντήσεις, υπολογίζουν τη διαφορά ώρας, στέλνουν μηνύματα σε φίλους που έχουν μήνες να μιλήσουν και αγχώνονται πριν από μια εκτέλεση πέναλτι σαν να εξαρτάται από αυτήν κάτι πολύ προσωπικό. Μόλις ολοκληρωθεί το Μουντιάλ εξαφανίζονται ξανά. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Η εύκολη εξήγηση είναι ότι πρόκειται για ευκαιριακούς φιλάθλους. Δεν νομίζω πως είναι αυτή η αλήθεια. Αν ήταν μόνο το ποδόσφαιρο, δεν θα αρκούσε για να κινητοποιήσει τόσους ανθρώπους που όλον τον υπόλοιπο χρόνο δεν ενδιαφέρονται σχεδόν καθόλου για το άθλημα. Το Μουντιάλ δεν ενεργοποιεί τον φίλαθλο. Ενεργοποιεί τη μνήμη.
Αν προσπαθήσω να θυμηθώ τα πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα που είδα δεν θυμάμαι τα αποτελέσματα. Θυμάμαι το σπίτι. Μια τηλεόραση, τις φωνές από τα ανοιχτά μπαλκόνια όταν έμπαινε γκολ και καταλάβαινες τι είχε συμβεί λίγα δευτερόλεπτα πριν το δείξει η οθόνη. Θυμάμαι συγγενείς που σήμερα δεν υπάρχουν πια, τραπέζια που δεν στρώνονται πια και καλοκαίρια που τότε έμοιαζαν ατελείωτα. Το ποδόσφαιρο ήταν εκεί αλλά δεν ήταν ποτέ το μοναδικό θέμα της βραδιάς. Ήταν το φόντο πάνω στο οποίο γράφονταν οι αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής.
Αυτό είναι που κάνει το Μουντιάλ διαφορετικό από κάθε άλλη αθλητική διοργάνωση. Δεν αποθηκεύεται στη μνήμη μόνο ως μια σειρά αγώνων. Γίνεται μέρος της προσωπικής μας ιστορίας. Κάθε διοργάνωση λειτουργεί σαν χρονοκάψουλα. Δεν θυμάσαι μόνο ποιος σήκωσε το τρόπαιο. Θυμάσαι ποιος καθόταν δίπλα σου όταν το σήκωσε, σε ποιο σπίτι ήσουν, πόσο χρονών ήσουν, ποιον αγαπούσες τότε, ποιος έλειπε ήδη από το τραπέζι χωρίς να το έχεις ακόμη συνειδητοποιήσει.
Διαβάστε και αυτό στο World Cup Culture:
Ίσως γι’ αυτό άνθρωποι που δεν βλέπουν ποδόσφαιρο όλον τον χρόνο μεταμορφώνονται ξαφνικά σε φανατικούς θεατές. Επιστρέφουν σε μια παλιότερη εκδοχή του εαυτού τους. Για έναν μήνα αφήνουν στην άκρη τις υποχρεώσεις, τις ειδήσεις, τους λογαριασμούς και θυμούνται πώς είναι να περιμένεις με ανυπομονησία τη σέντρα ενός αγώνα χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως πρακτικός λόγος. Ξαναβρίσκουν εκείνη την αίσθηση ότι κάτι σημαντικό πρόκειται να συμβεί ακόμη κι αν δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τακτική ποδοσφαίρου για να ζήσεις ένα Μουντιάλ. Δεν χρειάζεται να μπορείς να αναλύσεις αν το παιχνίδι μιας ομάδας ήταν σωστά οργανωμένο ή αν ο προπονητής διάβασε καλύτερα το παιχνίδι. Η αγωνία δεν γεννιέται από τη γνώση αλλά από την προσμονή. Από εκείνη τη σιωπή πριν από ένα πέναλτι, όταν εκατομμύρια άνθρωποι σε διαφορετικές χώρες κρατούν την αναπνοή τους την ίδια ακριβώς στιγμή.
Εκεί βρίσκεται και η πραγματική δύναμη του ποδοσφαίρου. Ο καθένας βλέπει κάτι διαφορετικό. Άλλος βλέπει την πατρίδα του. Άλλος τον πατέρα που του έμαθε να αγαπά το παιχνίδι. Άλλος έναν φίλο που δεν είναι πια εδώ. Κάποιος άλλος θυμάται το πρώτο καλοκαίρι που ένιωσε πραγματικά ελεύθερος. Το ίδιο παιχνίδι προβάλλει διαφορετικές ιστορίες στον καθένα και γι’ αυτό μπορεί να συγκινήσει ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους.
Διαβάστε και αυτό στο World Cup Culture:
Στην Ελλάδα το Μουντιάλ δεν απέκτησε ποτέ το βάρος που κουβαλά στην Αργεντινή, στη Βραζιλία, στην Αγγλία, στην Ισπανία όπου συνδέθηκε με εθνικούς μύθους, πολιτικές κρίσεις και ιστορικά τραύματα. Εδώ είναι κυρίως μια καλοκαιρινή τελετουργία. Μια αφορμή να μαζευτούν φίλοι και οικογένειες γύρω από μια τηλεόραση, να γεμίσουν τα καφέ και οι πλατείες, να ξεκινούν συζητήσεις που δεν είχαν καμία σημασία την επόμενη μέρα. Ίσως γι’ αυτό όταν πέφτει η αυλαία ενός Μουντιάλ, μένει πάντα μια ανεξήγητη μελαγχολία. Δεν τελειώνει μόνο ένα τουρνουά. Τελειώνει μια μικρή περίοδος όπου ο χρόνος κυλούσε λίγο διαφορετικά.
Το Μουντιάλ τελείωσε και η καθημερινότητα επέστρεψε σχεδόν αθόρυβα. Τα e-mail γέμισαν ξανά τα εισερχόμενα, οι υποχρεώσεις πήραν τη θέση των βραδινών αγώνων και οι συζητήσεις μετακινήθηκαν σε άλλα θέματα. Κι όμως αυτό που μένει δεν είναι ο τελικός ούτε το τρόπαιο αλλά οι εικόνες που ξύπνησε. Ένας καναπές που δεν υπάρχει πια. Ένα σπίτι που πουλήθηκε. Μια φωνή που έχει χρόνια να ακουστεί. Ένα παιδί που πίστευε ότι τα καλοκαίρια δεν τελειώνουν ποτέ.
Μπορεί αυτή να είναι η πραγματική εξήγηση για τους ανθρώπους που γίνονται φίλαθλοι μόνο κάθε τέσσερα χρόνια. Δεν αγαπούν ξαφνικά περισσότερο το ποδόσφαιρο. Αγαπούν την ευκαιρία να συναντήσουν ξανά έναν εαυτό που νόμιζαν ότι είχε μείνει πίσω. Για έναν μήνα το Μουντιάλ ανοίγει ένα παράθυρο προς μια εποχή όπου όλα έμοιαζαν ακόμη πιθανά, κάθε μεγάλη διοργάνωση ήταν μια υπόσχεση και το μέλλον είχε ακόμη απεριόριστο χώρο μπροστά του. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μας υπενθυμίζει πως όσο περνούν τα χρόνια, υπάρχουν ακόμη λίγες στιγμές ικανές να μας γυρίσουν εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα. Στην ηλικία όπου δεν μετρούσαμε τα χρόνια που πέρασαν αλλά τα καλοκαίρια που έρχονταν.







