Skip to main content

Η σχέση του Μουντιάλ με την πολιτική αποτυπώνεται ίσως πιο καθαρά σε ένα γκολ που μπήκε σε άδεια εστία. Δεν σημειώθηκε σε τελική φάση Μουντιάλ αλλά σε αγώνα πρόκρισης για τη διοργάνωση του 1974. Στις 21 Νοεμβρίου του 1973, στο Εστάδιο Νασιονάλ του Σαντιάγο, οι ποδοσφαιριστές της Χιλής μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο χωρίς αντίπαλο. Αντάλλαξαν λίγες πάσες, προχώρησαν προς την περιοχή και έστειλαν την μπάλα στα δίχτυα. Ο διαιτητής κατακύρωσε το γκολ και ο αγώνας τελείωσε σχεδόν αμέσως. Η Σοβιετική Ένωση είχε αρνηθεί να ταξιδέψει. Ο λόγος;

Δύο μήνες νωρίτερα, το ίδιο στάδιο είχε μετατραπεί από το καθεστώς του Αουγκούστο Πινοσέτ σε χώρο κράτησης πολιτικών αντιπάλων. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν περάσει από τις εξέδρες και τα αποδυτήριά του ως κρατούμενοι. Για τη Μόσχα, η παρουσία εκεί ήταν αδιανόητη. Για τη FIFA, ο αγώνας έπρεπε να διεξαχθεί κανονικά. Από τότε έχουν περάσει περισσότερα από πενήντα χρόνια. Το γκολ εξακολουθεί να υπάρχει στα αρχεία της FIFA. Το ίδιο και η ερώτηση που το συνοδεύει: μπορεί πραγματικά το ποδόσφαιρο να μείνει έξω από την πολιτική;

Η ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου μοιάζει να απαντά αρνητικά. Το Μουντιάλ δεν υπήρξε ποτέ μόνο ποδόσφαιρο. Από τη στιγμή που οι ομάδες εκπροσωπούν κράτη, η ιστορία μπαίνει μαζί τους στο γήπεδο. Οι σημαίες, οι εθνικοί ύμνοι και οι εθνικές αφηγήσεις δεν αποτελούν διακοσμητικά στοιχεία της διοργάνωσης. Είναι μέρος της. Γι’ αυτό, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά την ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, θα βρει πολύ περισσότερα από γκολ, τρόπαια και θριάμβους. Θα βρει δικτατορίες, πολέμους, επαναστάσεις, ιδεολογικές συγκρούσεις και κοινωνίες που προσπαθούσαν να εξηγήσουν τον εαυτό τους μέσα από έντεκα ποδοσφαιριστές.

Το 1938 στη Γαλλία, οι παίκτες της Ιταλίας εμφανίστηκαν με μαύρες φανέλες και χαιρέτησαν φασιστικά προς τις εξέδρες πριν από τον προημιτελικό απέναντι στους διοργανωτές. Οι αποδοκιμασίες ακούστηκαν σε ολόκληρο το γήπεδο. Λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, η Ευρώπη θα βυθιζόταν στον πόλεμο. Οι φωτογραφίες εκείνης της ημέρας μοιάζουν σήμερα περισσότερο με πολιτικό ντοκουμέντο παρά με αθλητική ανάμνηση.

Το 1970, στο Μεξικό, η Βραζιλία του Πελέ κατέκτησε το τρόπαιο παίζοντας ένα ποδόσφαιρο που εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς για το άθλημα. Οι εικόνες του Πελέ στους ώμους των συμπαικτών του ταξίδεψαν σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την ίδια περίοδο, η στρατιωτική δικτατορία του Εμίλιο Μέντιτσι βρισκόταν στο αποκορύφωμα της ισχύος της. Η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική ομάδα της εποχής και ένα αυταρχικό καθεστώς συνυπήρχαν στην ίδια εθνική αφήγηση.

Οκτώ χρόνια αργότερα στην Αργεντινή, οι πανηγυρισμοί για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ακούγονταν σε ολόκληρο το Μπουένος Άιρες. Λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Μονουμεντάλ, στη διαβόητη ESMA, κρατούμενοι βασανίζονταν από το καθεστώς του Χόρχε Βιντέλα. Οι δύο εικόνες ανήκαν στην ίδια πόλη, την ίδια εβδομάδα, σχεδόν στην ίδια στιγμή. Το ποδόσφαιρο δεν δημιούργησε εκείνη την πραγματικότητα. Απλώς συνυπήρξε μαζί της.

Διάβασε και αυτό στο World Cup Culture:

Το Τείχος του Βερολίνου δεν φαινόταν από το Αμβούργο το 1974. Ήταν όμως παρόν σε κάθε λεπτό του αγώνα ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία. Μόλις 1.500 Ανατολικογερμανοί είχαν λάβει άδεια να ταξιδέψουν για να παρακολουθήσουν την αναμέτρηση. Όταν ο Γιούργκεν Σπαρβάσερ πέτυχε το μοναδικό γκολ του αγώνα, το σκορ έγραφε 1-0. Η ιστορία έγραφε κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Στην ίδια διοργάνωση γράφτηκε και μία από τις πιο παρεξηγημένες ιστορίες του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Οι περισσότεροι θυμούνται τον αμυντικό του Ζαΐρ, Μουέπου Ιλούνγκα, να πετάγεται έξω από το τείχος και να απομακρύνει την μπάλα πριν εκτελεστεί ένα φάουλ της Βραζιλίας. Για χρόνια το στιγμιότυπο παρουσιαζόταν ως αστείο. Η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Μετά τη συντριβή από τη Γιουγκοσλαβία, οι παίκτες είχαν δεχθεί απειλές από ανθρώπους του καθεστώτος του Μομπούτου. Αν έχαναν ξανά με βαρύ σκορ, οι συνέπειες θα έφταναν μέχρι τις οικογένειές τους. Εκείνη η διάσημη φάση δεν ήταν ένδειξη άγνοιας. Ήταν ένδειξη φόβου.

Το 1982 στην Ισπανία η πολιτική εμφανίστηκε με άλλη μορφή. Όχι μέσα από ιδεολογίες ή πολέμους αλλά μέσα από τη δύναμη των ισχυρών. Η Δυτική Γερμανία και η Αυστρία γνώριζαν ότι η νίκη της Δ. Γερμανίας με σκορ 1-0, θα έστελνε και τις δύο ομάδες στην επόμενη φάση και θα απέκλειε την Αλγερία. Οι Γερμανοί σκόραραν νωρίς. Το παιχνίδι πάγωσε. Οι πάσες κυκλοφορούσαν χωρίς ρίσκο, οι επιθέσεις σχεδόν εξαφανίστηκαν και οι αποδοκιμασίες γίνονταν όλο και πιο δυνατές. Στις εξέδρες, Αλγερινοί φίλαθλοι κουνούσαν χαρτονομίσματα προς τον αγωνιστικό χώρο. Η «Ντροπή της Χιχόν» δεν έμεινε στην ιστορία επειδή αποδείχθηκε κάποια συνωμοσία. Έμεινε επειδή εκατομμύρια άνθρωποι παρακολούθησαν το ίδιο θέαμα και ένιωσαν την ίδια αμηχανία. Λίγες ημέρες αργότερα, στο ίδιο Μουντιάλ, η Πολωνία αντιμετώπισε τη Σοβιετική Ένωση. Στις εξέδρες του Καμπ Νου εμφανίστηκαν πανό υπέρ της Αλληλεγγύης του Λεχ Βαλέσα, του κινήματος που αμφισβητούσε την κυριαρχία της Μόσχας στην Ανατολική Ευρώπη. Οι αρχές τα κατέβασαν γρήγορα. Το μήνυμα είχε ήδη σταλεί.

Το πιο διάσημο πολιτικό παιχνίδι στην ιστορία του Μουντιάλ ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα. Αργεντινή εναντίον Αγγλίας. Μεξικό, 1986. Ο πόλεμος των Φόκλαντ είχε τελειώσει μόλις τέσσερα χρόνια πριν. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα σκόραρε πρώτα με το χέρι και ύστερα με ένα γκολ που παραμένει σημείο αναφοράς για το ίδιο το ποδόσφαιρο. Για τους Άγγλους ήταν ένας αποκλεισμός. Για πολλούς Αργεντινούς ήταν κάτι περισσότερο. Ο ίδιος ο Μαραντόνα παραδέχθηκε αργότερα ότι εκείνος ο αγώνας κουβαλούσε ένα βάρος που ξεπερνούσε το ποδόσφαιρο.

Υπάρχουν όμως στιγμές όπου το ποδόσφαιρο λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το 1998 στη Λυών, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρέθηκαν αντιμέτωπες σε έναν από τους πιο φορτισμένους αγώνες που έγιναν ποτέ σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Οι γαλλικές αρχές προετοιμάζονταν για εντάσεις. Αντί γι’ αυτό οι Ιρανοί ποδοσφαιριστές πρόσφεραν λευκά τριαντάφυλλα στους Αμερικανούς αντιπάλους τους και οι δύο ομάδες φωτογραφήθηκαν μαζί πριν από τη σέντρα. Το Ιράν νίκησε 2-1. Η εικόνα όμως που έμεινε ήταν εκείνη της κοινής φωτογραφίας.

Το ίδιο συνέβη και το 2018 στη Ρωσία. Όταν η Ελβετία αντιμετώπισε τη Σερβία, οι Γκράνιτ Τζάκα και Τσέρνταν Σακίρι πανηγύρισαν τα γκολ τους σχηματίζοντας με τα χέρια τον δικέφαλο αετό της αλβανικής σημαίας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, οι πόλεμοι της πρώην Γιουγκοσλαβίας επέστρεψαν στην παγκόσμια επικαιρότητα.

Οι πολιτικές ιστορίες του Μουντιάλ δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Το Κουρασάο που διεκδικεί σήμερα μια θέση στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική σκηνή του κόσμου, θυμίζει ότι τα ζητήματα ταυτότητας, αποικιοκρατίας και εκπροσώπησης παραμένουν ζωντανά. Πολλοί από τους ποδοσφαιριστές του, γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Ολλανδία. Μιλούν διαφορετικές γλώσσες, έχουν πολλαπλές ταυτότητες και θα μπορούσαν να εκπροσωπούν διαφορετικές εθνικές ομάδες. Επιλέγουν όμως να φορέσουν τη φανέλα ενός μικρού νησιού της Καραϊβικής που για δεκαετίες βρισκόταν στο περιθώριο της διεθνούς ιστορίας.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν μας δείχνει τον κόσμο όπως θα θέλαμε να είναι. Μας δείχνει τον κόσμο όπως είναι. Με τις συγκρούσεις του, τις φιλοδοξίες του, τις αδικίες του και τις ελπίδες του. Γι’ αυτό οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες του δεν γράφονται μόνο από τους παίκτες που σηκώνουν το τρόπαιο. Γράφονται και από τις κοινωνίες που μπαίνουν μαζί τους στο γήπεδο.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)