Μια σπουδαία ηθοποιός που κάνει πράξη τη σύνδεση σώματος και μυαλού μιλά για την Αθήνα του σήμερα και το θέατρο που αγαπά. Έρχεται στο ραντεβού μας με το ποδήλατό της. Χαίρεται σαν μικρό παιδί που βρεθήκαμε στον Εθνικό Κήπο. Αγαπά τη φύση, λατρεύει τη Φλώρινα και τη Σαμοθράκη, εκτιμά την ευγένεια που βίωσε στην Αγγλία, θυμάται με τρυφερότητα το Βερολίνο των νεανικών της χρόνων. Ζει εδώ και χρόνια στην Αθήνα, μιλάει με ειλικρίνεια για την μητρότητα και με χαρά για το θέατρο που της δίνει τον χώρο να εκφραστεί. Αυτή είναι η Ρόζα Προδρόμου με δικά της λόγια:
Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη από μπαμπά Αγγλοκύπριο και μαμά Φλωρινιώτισα. Η μεγάλη μου αγάπη στα παιδικά μου χρόνια ήταν η Φλώρινα. Σε αυτό μάλλον οφείλεται ότι ονειρευόμουν από μικρή να ζήσω σε ένα μέρος που τις νύχτες θα ακούω το ποτάμι. Δεν έχει γίνει ακόμη, δυστυχώς. Ό,τι είχα ζήσει τότε στη Φλώρινα έχει εγγραφεί μέσα μου ως μια ανέμελη παιδική ζωή.
Όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω χορεύτρια. Μου λέγανε ότι η πρώτη λέξη που είπα ήταν «χοβεύω». Αργότερα αποφάσισα να γίνω ηθοποιός. Το οικογενειακό υπόβαθρο ήταν διαφορετικό, στην οικογένεια υπήρχαν αρχιτέκτονες, πολιτικοί μηχανικοί, τέτοια πράγματα. Δεν έχω ιδέα γιατί εγώ επέλεξα να κάνω κάτι άλλο. Ίσως επειδή ήμουν πολύ ντροπαλό παιδί. To θέατρο μου έδωσε την άνεση να εκφραστώ.

Σπούδασα σωματικό θέατρο για τρία χρόνια στο Χάντερσφιλντ, που βρίσκεται μεταξύ Λιντς και Μάντσεστερ. Ήταν τέλεια για μένα τότε εκεί. Αργότερα πήγα στο Έξετερ που έκανα μεταπτυχιακό στις διαπολιτισμικές τεχνικές με τον Phillip Zarrilli, έναν σπουδαίο άνθρωπο του θεάτρου. Πέρασα πάρα πολύ ωραία στην Αγγλία. Το βασικό εκεί είναι ότι οι άνθρωποι σε βλέπουν ως ισότιμο. Σκέψου πως όταν ολοκλήρωσα τις σπουδές συγκατοίκησα με μια καθηγήτρια μου, γιατί πολύ απλά ήμασταν φίλες. Επίσης, πάντα εκτιμούσα αυτή την τρομερή, σχεδόν εξωπραγματική, ευγένεια που έχουν οι Άγγλοι, που τους πατάς στον δρόμο και σου λένε «συγγνώμη». Μου λείπει λίγο αυτό στην Ελλάδα.
Βρέθηκα στη Γερμανία χάρη στην Eve Sussman την οποία γνώρισα στην Ελλάδα. Είναι ένας τρομακτικά χαρισματικός, ενεργητικός, δραστήριος άνθρωπος. Ήμασταν πολύ τυχεροί όσοι δουλέψαμε μαζί της τότε. Πήγαμε λοιπόν στο Βερολίνο για κάποια γυρίσματα και εμένα μου άρεσε τόσο που αποφάσισα να μετακομίσω εκεί. Έμεινα στο Βερολίνο περίπου ένα χρόνο και ασχολήθηκα κυρίως με το Butoh, με μια υπέροχη γιαπωνέζα δασκάλα χορού, τη Minako Seki. Τελικά όμως με κέρδισε ο ήλιος και έτσι επέστρεψα στην Αθήνα.

«Ό,τι τραβάει το σώμα τα φταίει το κεφάλι», αυτό το ρητό μου το επιβεβαίωσε η ενασχόλησή μου με το σωματικό θέατρο. Ο όρος bodymind βλέπει ως ένα σύμπαν αυτό που εμείς πολλές φορές αντιμετωπίζουμε ως δύο διαφορετικές έννοιες· είναι κάτι που το έμαθα στις σπουδές μου. Το σώμα και το μυαλό συνδέονται αναπόσπαστα. Η kalaripayattu είναι μια αρχαία ινδική πολεμική τέχνη στην οποία είχε εντρυφήσει ο δάσκαλός μου, ο Phillip Zarrilli. Είναι σαν μια άσκηση, μια εκπαίδευση για το πώς να κρατάς το σώμα σου σε μια ανοιχτή, διαθέσιμη συνθήκη στην οποία ταυτοχρόνως βρίσκεσαι σε εγρήγορση ενώ είσαι χαλαρός. Αυτή η κατάσταση θεωρείται το ιδανικό εφαλτήριο για έναν περφόρμερ, αλλά πώς να την πετύχεις όταν ζεις στο χάος της Αθήνας;
Η Αθήνα είναι μια σκληρή πόλη. Το σκεφτόμουν και σήμερα που ερχόμουν με το ποδήλατο, εδώ, στον Εθνικό Κήπο. Είναι ανελέητη η Αθήνα και ο κόσμος της τρέχει συνέχεια, πολύ. Νιώθω σαν να μην έχουμε χώρο, γι’ αυτό και βγαίνει αυτό το «στρίμωγμα».
Η πιο πρόσφατη προσωπική μου δουλειά ήταν η «Μήδεια». Η επιθυμία μου γι’ αυτό το project γεννήθηκε όταν έκανα το πρώτο μου παιδί. Είναι πλέον έξι χρονών η πρωτότοκη, πέντε ημέρες μετά τη γέννησή της μπήκε η χώρα σε καραντίνα. Θυμάμαι ότι μου έλεγε ο Γιώργος να απολυμαίνουμε τις πάνες της. Ήταν σα να ζούσαμε σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας, όπως όλοι μας άλλωστε.




Η μητρότητα ήταν ένα μεγάλο σοκ, για το κόπο που χρειάζεται η μητέρα να καταβάλλει και για το πόσο δεν αναγνωρίζεται αυτός ο κόπος. Είναι μια τρομακτικά επώδυνη διαδικασία καθώς απαιτούνται τόσα πολλά, ενώ το σώμα αλλάζει και το μυαλό διαλύεται από την αϋπνία. Ήταν μια τομή στη ζωή μου αυτή. Έκανα το λάθος να μπω στον ρόλο της μητέρας τόσο δυναμικά που άφησα τελείως τον εαυτό μου πίσω κι αυτό μου στοίχισε. Έτσι είχα μάθει, κοινωνικά και οικογενειακά, ότι έπρεπε να γίνει. Έκανα πολύ καιρό να παίξω θέατρο, μόνο δίδασκα, και σάλταρα.
Η «Μήδεια» είναι μια τρομερή, γκράντε περσόνα που βράζει μέσα στα πάθη της. Για εμένα έτσι κι αλλιώς αυτό από μόνο του ήταν πολύ γοητευτικό αλλά στην πραγματικότητα η ενασχόλησή μου μαζί της ήταν η ανάγκη μου να μιλήσω για την μητρότητα μέσα από τη Μήδεια και για την ίδια την Μήδεια ως μαμά, φωτίζοντας κι άλλες πλευρές της πέρα από εκείνη της παιδοκτόνου μάγισσας. Όταν μπήκα στις πρόβες για τη «Μήδεια» έμεινα πάλι έγκυος, ενώ δεν το περίμενα. Σταμάτησα λοιπόν τις πρόβες, γέννησα και επέστρεψα σε αυτές.

Είναι ακόμη ταμπού για τις γυναίκες να συζητούν το σοκ της μητρότητας. Κατά συνέπεια όλο αυτό είναι ένα πολύ μοναχικό ταξίδι. Κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που σαλτάρεις, καθώς δεν υπάρχει ούτε υλική, ούτε ψυχολογική υποστήριξη. Ωστόσο στη «Μήδεια» είχα δύο φοβερούς συνοδοιπόρους, τη Μαρία Όλγα Αθηναίου, που οργάνωσε και καθοδήγησε τις πρόβες σύμφωνα με το process work που είναι μια θεραπευτική μέθοδος προσαρμοσμένη στο θέατρο, και τον Οδυσσέα Ιωάννου-Κωνσταντίνου που έκανε τη δραματουργία. Ήταν και οι δύο φάροι. Εγώ τότε ήμουν γεμάτη με όσα ήθελα να πω αλλά ταυτοχρόνως τρομακτικά κουρασμένη λόγω της σπιτικής ζωής.
Μου αρέσει πολύ η solo performance. Αισθάνομαι λίγο περίεργα που το λέω, αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάτι προβληματικό σε αυτό. Από την άλλη, αναγνωρίζω ότι είναι πολύ ωραίο να φτιάχνεις ένα ολόκληρο σύμπαν ακριβώς όπως το θες εσύ· κακά τα ψέματα, είναι μεγάλη πολυτέλεια. Μέσα στη solo performance αισθάνομαι ότι παίρνω πολύ χώρο που στην πραγματική ζωή, επειδή κάτι με στριμώχνει από εδώ και κάτι άλλο από εκεί, δεν έχω. Για εμένα, κακώς ίσως, η solo performance είναι μια υπαρξιακή διέξοδος χάρη στην οποία μπορώ να ανασαίνω καλύτερα.
Στις 6 και 7 Αυγούστου θα ανέβει στον αύλειο χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείο Νεμέας η παράσταση της Μαρίας Φλωράτου «9:43 Μη ακριβές αντίγραφο» η οποία εμπνέεται από ένα έργο του Γκοντάρ. Θα βοηθήσω στην ενορχήστρωση των πραγμάτων ως βοηθός σκηνοθέτριας.

Κάναμε μια εταιρεία, την Laz – Las, μαζί με τον σύντροφό μου και μπαμπά των παιδιών μου, τον Γιώργο Βουρδαμή, για να κάνουμε επιτέλους κάτι δικό μας. Πέρσι το καλοκαίρι παρουσιάσαμε την παράσταση «Ιώ: στο βουνί των μεγάλων θεών» στο Ιερό των Μεγάλων Θεών Σαμοθράκης. Ήταν μαζί μας επί σκηνής οι Αργύρης Μπακιρτζής, Γιάννης Διονυσίου, Ειρήνη Κυριακού, Ίρις Νικολάου και οι People of the Wind. Σκηνοθετούσε ο Γιώργος και το βασικό μέλημά του ήταν, όπως είναι πάντα, ακόμη και τα δύσκολα έργα -όπως το κείμενο του Αισχύλου για τον Προμηθέα- να μην παρουσιάζονται δυσνόητα. Για εμάς ήταν πολύ συγκινητικό γιατί την αγαπάμε τη Σαμοθράκη, είναι το νησί μας.
Ως Laz-Las παρουσιάσαμε τον χειμώνα που μας πέρασε τη «Νοχαβελάνδη», την οποία θα ανεβάσουμε ξανά 18 έως 21 Ιουλίου στο Θέατρο 104 χάρη στο πρόγραμμα SYSTEMA, που φέρνει σε επαφή ελληνικά έργα με ξένους curators· αυτό μας χαροποιεί πολύ. Η «Νοχαβελάνδη» ήταν μια ιδέα του Γιώργου που την ανέπτυξε σε κείμενο ο Γιάννης Αποσκίτης. Πρόκειται για μια σκοτεινή φάρσα που διαδραματίζεται ως western δωματίου σε τέσσερις τοίχους. Είναι μια κωμωδία που μιλά για σοβαρά θέματα με ελαφρύ τρόπο. Οι ήρωες της είναι κωμικοτραγικοί και εγκλωβισμένοι κι ενώ πάσχουν ταυτοχρόνως βγάζουν γέλιο. Νομίζω ότι μπορεί κανείς να αναγνωρίσει δικά του κομμάτια σε αυτούς και ταυτοχρόνως ότι όλοι μας είμαστε μέρος της φρίκης, του σκοταδιού.
Δεν σου κρύβω ότι είμαι πολύ ζορισμένη. Θεωρώ ότι ζούμε σε μια δύσκολη εποχή. Πρέπει κάπως να αρχίσουμε να μιλάμε για τα πράγματα. Το πώς θα το κάνει κανείς καλλιτεχνικά ώστε να μην βγει κάτι δακρύβρεχτο είναι ένα στοίχημα καθώς είναι πολύ εύκολο να πνιγείς στη δυσκολία και τη βία σήμερα. Είναι, πάντως, σαν να μην έχουμε μάθει από την ιστορία μας, ως ανθρωπότητα. Δυσκολεύομαι πάντα να αποδεχτώ πως οι άνθρωποι μπορούν να είναι ταυτόχρονοι τόσο όμορφοι αλλά και τόσο άκαρδοι.
Σε αυτή τη δύσκολη εποχή μπροστά στα τεράστια κοινωνικά προβλήματα, πάσχω από μια αίσθηση ανημπόριας που με διαλύει. Όμως κάτι μπορούμε να κάνουμε, κάτι έστω μικρό, για το παιδί μας, για μια φίλη, για τον σύντροφό μας, για όσους μπορούμε τέλος πάντων. Όσο γίνεται ας επιμένουμε να δημιουργούμε ομόκεντρους κύκλους δράσης ώστε να καταφέρουμε να γίνουμε πολλοί, πιο πολλοί.
Info: Νοχαβελάνδη, 18 – 21 Ιουλίου, Θέατρο 104, Ευμολπιδών 41, 118 54, Κεραμεικός. Σκηνοθεσία: Γιώργος Βουρδαμής, Κείμενο: Γιάννης Αποσκίτης, Χορογραφίες – Κίνηση: Βιτόρια Κωτσάλου, Μουσική σύνθεση: Βασίλης Μαντζούκης, Σκηνογραφία – Κοστούμια: Δάφνη Αηδόνη, Φωτισμοί: Ελένη Χούμου. Παίζουν Γιώργος Βουρδαμής, Βιτόρια Κωτσάλου, Ρόζα Προδρόμου, Γιώργος Φριντζήλας






