Το WORLD CUP CULTURE επιστρέφει στα Παγκόσμια Κύπελλα που διαμόρφωσαν τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Από το Μοντεβιδέο του 1930 μέχρι το Κατάρ του 2022, κάθε Μουντιάλ λέει κάτι πολύ περισσότερο από μια ποδοσφαιρική ιστορία. Αυτό το δεύτερο άρθρο ταξιδεύει στην Ιταλία του 1934 και στο πρώτο πραγματικά πολιτικό Παγκόσμιο Κύπελλο.
Τέσσερα χρόνια μετά το πρώτο Μουντιάλ της Ουρουγουάης, το Παγκόσμιο Κύπελλο έφτασε σε μια εντελώς διαφορετική Ευρώπη. Η οικονομική κρίση πίεζε όλο και περισσότερο τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι δημοκρατίες έμοιαζαν αδύναμες και σε πολλές χώρες η πολιτική ένταση άρχιζε να μετατρέπεται σε μαζικό φανατισμό. Η Ιταλία του 1934 δεν ήθελε απλώς να διοργανώσει ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά. Ήθελε να παρουσιάσει στον κόσμο την εικόνα ενός καθεστώτος που πίστευε ότι μπορούσε να ελέγξει τα πάντα. Τους δρόμους, τα πλήθη, την εικόνα και τελικά το ίδιο το εθνικό συναίσθημα.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε καταλάβει κάτι πολύ πριν από τους περισσότερους πολιτικούς της εποχής του. Το ποδόσφαιρο δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν εργαλείο μαζικής επιρροής. Ένας τρόπος να παράγεις υπερηφάνεια, να ελέγχεις το συλλογικό συναίσθημα και να μετατρέπεις μια αθλητική νίκη σε πολιτική δύναμη. Το καθεστώς επένδυσε τεράστια ποσά στη διοργάνωση. Στάδια ανακαινίστηκαν, οι πόλεις γέμισαν σημαίες και η φασιστική Ιταλία προσπάθησε να παρουσιάσει μια εικόνα πειθαρχίας, οργάνωσης και εθνικής αυτοπεποίθησης προς ολόκληρο τον κόσμο. Το Μουντιάλ άρχισε να μοιάζει περισσότερο με επίδειξη κρατικής ισχύος παρά με μια απλή ποδοσφαιρική διοργάνωση.

Η ίδια η FIFA έδειχνε ακόμη αδύναμη μπροστά στις πολιτικές πιέσεις της εποχής. Το ποδόσφαιρο δεν είχε αποκτήσει ακόμη την τεράστια οικονομική δύναμη που έχει σήμερα και τα αυταρχικά καθεστώτα μπορούσαν να επηρεάζουν πολύ πιο άμεσα τη διοργάνωση. Μέχρι σήμερα υπάρχουν ιστορικοί που πιστεύουν ότι η διαιτησία εκείνου του τουρνουά δεν ήταν ποτέ πραγματικά ανεξάρτητη. Η ομάδα του Βιτόριο Πότσο έμοιαζε με αντανάκλαση της ίδιας της εποχής. Πειθαρχημένη, σκληρή και βαθιά κυνική μέσα στο γήπεδο, η Ιταλία έπαιζε σαν ομάδα που κουβαλούσε το βάρος ενός ολόκληρου καθεστώτος πάνω της. Το αποτέλεσμα έμοιαζε σημαντικότερο από οτιδήποτε άλλο μέσα στο γήπεδο.
Από το WORLD CUP CULTURE:
Το κεντρικό πρόσωπο εκείνης της Ιταλίας ήταν ο Τζουζέπε Μεάτσα. Χαρισματικός, τεχνίτης και ήδη τεράστια φιγούρα για το ιταλικό κοινό, ο Μεάτσα έμοιαζε με έναν από τους πρώτους πραγματικούς superstars του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές αντιμετωπίζονταν ακόμη σαν απλοί αθλητές, εκείνος είχε ήδη αρχίσει να αποκτά σχεδόν μυθική δημόσια εικόνα. Η Ιταλία χρησιμοποίησε ακόμη και ποδοσφαιριστές γεννημένους στην Αργεντινή με ιταλικές ρίζες, πολύ πριν το ποδόσφαιρο συνηθίσει τις αλλαγές ποδοσφαιρικής υπηκοότητας Ο Λουίς Μόντι είχε αγωνιστεί στον τελικό του 1930 με την Αργεντινή και τέσσερα χρόνια αργότερα έπαιζε πλέον για την Ιταλία. Το ποδόσφαιρο άρχιζε ήδη να δείχνει πόσο περίπλοκη μπορούσε να γίνει η έννοια της εθνικής ταυτότητας.

Ο προημιτελικός απέναντι στην Ισπανία εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα από τα πιο βίαια παιχνίδια της εποχής. Τα σκληρά μαρκαρίσματα ήταν διαρκή, οι τραυματισμοί πολλοί και οι Ισπανοί διαμαρτύρονταν έντονα για τη διαιτησία. Ο αγώνας οδηγήθηκε σε επαναληπτικό παιχνίδι και η αίσθηση ότι το καθεστώς επηρέαζε με τον τρόπο του τη διοργάνωση άρχισε να εξαπλώνεται πολύ πέρα από την Ιταλία. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι το Μουντιάλ του 1934 μοιάζει ήδη πολύ πιο κοντά στο σύγχρονο ποδόσφαιρο απ’ ό,τι το ασπρόμαυρο χάος της Ουρουγουάης του 1930. Οι εξέδρες είναι μεγαλύτερες, η κρατική οργάνωση πιο έντονη και το ίδιο το θέαμα μοιάζει πιο σκηνοθετημένο. Το ποδόσφαιρο αρχίζει να γίνεται εικόνα εθνικής ισχύος.


Πίσω από αυτή τη φαινομενική γιορτή υπήρχε μια πολύ πιο σκοτεινή πραγματικότητα. Η Ευρώπη πλησίαζε ξανά προς τη βία. Η άνοδος του φασισμού και του ναζισμού άλλαζε ήδη την πολιτική ισορροπία της ηπείρου και το ποδόσφαιρο άρχιζε να χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο σαν εργαλείο εθνικισμού και προπαγάνδας. Στον τελικό της Ρώμης, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες θεατές, η Τσεχοσλοβακία προηγήθηκε πρώτη και για λίγα λεπτά το στάδιο πάγωσε. Η Ιταλία όμως ισοφάρισε με τον Ραϊμούντο Ορσι και τελικά νίκησε 2-1 στην παράταση κατακτώντας το πρώτο της Παγκόσμιο Κύπελλο. Για πολλούς ξένους δημοσιογράφους της εποχής, εκείνος ο τελικός έμοιαζε περισσότερο με πολιτική επίδειξη δύναμης παρά με απλό ποδοσφαιρικό τελικό.

Παρά την εικόνα θριάμβου που προσπάθησε να παρουσιάσει το καθεστώς, φωτογραφίες της εποχής δείχνουν ακόμη κενές θέσεις στο στάδιο της Ρώμης. Το ποδόσφαιρο δεν είχε γίνει ακόμη η τεράστια λαϊκή θρησκεία που θα ακολουθούσε μεταπολεμικά. Όμως η δύναμή του είχε ήδη αρχίσει να γίνεται εμφανής. Το Μουντιάλ του 1934 απέδειξε για πρώτη φορά ότι το ποδόσφαιρο μπορούσε να γίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από άθλημα. Θα μπορούσε να γίνει πολιτικό όπλο. Ένας τρόπος να επηρεάζεις πλήθη πολύ πέρα από το ίδιο το γήπεδο. Ο Μουσολίνι ήταν ίσως ο πρώτος που κατάλαβε πραγματικά πόση δύναμη έκρυβε αυτό το θέαμα.






