Skip to main content

Δεν είναι εύκολο να παραμένεις αισιόδοξος το 2026. Το σκέφτηκα αρκετές φορές το βράδυ της Κυριακής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, όπου ο David Byrne εμφανίστηκε στο πλαίσιο του φετινού Release Athens. Όχι επειδή έβλεπα έναν μουσικό θρύλο να επιστρέφει στη σκηνή. Τέτοιες ιστορίες έχουν ειπωθεί πολλές φορές. Το ενδιαφέρον ήταν κάτι άλλο. Έβλεπα έναν άνθρωπο 73 ετών να επιμένει ότι οι άνθρωποι αξίζουν ακόμη τον κόπο. Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος διάλογος μοιάζει να τρέφεται από τον θυμό, την καχυποψία και τον κυνισμό, ο Byrne ανέβηκε στη σκηνή και πρότεινε κάτι σχεδόν ανατρεπτικό. Ότι η καλοσύνη μπορεί να είναι πράξη αντίστασης. Ότι η αγάπη δεν είναι αδυναμία. Ότι η ανθρώπινη επαφή παραμένει αναγκαία. Δεν περίμενα ότι αυτή θα ήταν η σκέψη που θα έπαιρνα μαζί μου φεύγοντας από μια συναυλία που περιλάμβανε το «Psycho Killer», το «Life During Wartime», το «Once in a Lifetime» και το «Burning Down the House». Αλλά τελικά αυτή ήταν.

Από την πρώτη στιγμή έγινε φανερό ότι ο Byrne δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να παίξει τον ρόλο του θρύλου. Άλλοι καλλιτέχνες της γενιάς του περιοδεύουν για να θυμίσουν στο κοινό ποιοι υπήρξαν. Ο Byrne μοιάζει να περιοδεύει για να ανακαλύψει τι μπορεί ακόμη να γίνει. Πάνω στη σκηνή κινούνταν, αν μέτρησα σωστά, δεκατρείς άνθρωποι σαν ένας ενιαίος οργανισμός. Δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου σταθερά σημεία. Οι μουσικοί περπατούσαν, χόρευαν, άλλαζαν θέσεις, γίνονταν μέρος μιας παράστασης που έμοιαζε περισσότερο με ζωντανή ιδέα παρά με παραδοσιακή ροκ συναυλία. Για ένα φεστιβάλ που φέτος γιορτάζει δέκα χρόνια παρουσίας, ήταν μία από εκείνες τις βραδιές που δύσκολα ξεχνιούνται.

Κάποια στιγμή τον παρατηρούσα να διασχίζει τη σκηνή ανάμεσα στους μουσικούς, να συμμετέχει στις χορογραφίες και να κινείται ασταμάτητα επί μιάμιση ώρα. Δεν ήταν η ενέργεια που με εντυπωσίαζε περισσότερο. Ήταν η περιέργεια. Έμοιαζε με άνθρωπο που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται πραγματικά για το τι μπορεί να συμβεί στην επόμενη στροφή ενός τραγουδιού, στην επόμενη ιδέα, στην επόμενη ιστορία. Αυτό ήταν ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της βραδιάς. Όχι η αντοχή του. Η αίσθηση ότι εξακολουθεί να ψάχνει.

Πίσω τους περνούσαν εικόνες πόλεων, δασών, δρόμων, ανθρώπων και συνθήματα όπως «Make America Gay Again» και «No Kings». Δεν εμφανίζονταν στις οθόνες για να σου πουν τι να σκεφτείς. Εμφανίζονταν για να σου θυμίσουν ότι η πραγματικότητα περίμενε έξω από τον συναυλιακό χώρο. Ότι η τέχνη δεν είναι καταφύγιο από την πραγματικότητα αλλά ένας τρόπος να τη δούμε καθαρότερα.

Η στιγμή που μου έμεινε περισσότερο δεν ήταν κάποιο από τα μεγάλα τραγούδια των Talking Heads. Ήταν όταν ο Byrne μίλησε για μια βόλτα με το ποδήλατο στη Νέα Υόρκη μετά την πανδημία. Περιέγραψε πώς άκουσε ξανά ανθρώπους να μιλούν μεταξύ τους στους δρόμους και στα εστιατόρια και συνειδητοποίησε πόσο του είχε λείψει αυτός ο ήχος. Άνθρωποι που απλώς συνυπάρχουν. Αργότερα ήρθε και η φράση που, για μένα, εξηγούσε ολόκληρη τη βραδιά:

«Η αγάπη και η καλοσύνη είναι το νέο punk.»

Κανονικά θα αντιμετώπιζα μια τέτοια φράση με καχυποψία. Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή όπου τα συνθήματα περισσεύουν. Όταν όμως το λέει ο David Byrne, ένας άνθρωπος που έχει περάσει δεκαετίες παρατηρώντας τις αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης, ακούγεται λιγότερο σαν σύνθημα και περισσότερο σαν συμπέρασμα.

Αυτό είναι που δίνει ιδιαίτερο βάρος στα λόγια του σήμερα. Δεν υπήρξε ποτέ γκουρού της θετικής σκέψης ούτε καλλιτέχνης που έβλεπε τον κόσμο μέσα από ροζ γυαλιά. Τα καλύτερα τραγούδια του είναι γεμάτα ανθρώπους που αισθάνονται αποξενωμένοι, μπερδεμένοι ή χαμένοι μέσα στη σύγχρονη ζωή. Από το «Psycho Killer» μέχρι το «Once in a Lifetime», η μουσική του ήταν πάντοτε μια εξερεύνηση της ανθρώπινης αμηχανίας. Γι’ αυτό η αισιοδοξία που εκπέμπει σήμερα δεν έχει κάτι το αφελές. Έχει το βάρος ενός ανθρώπου που έχει κοιτάξει τις αντιφάσεις της εποχής του και παρ’ όλα αυτά επιλέγει να μην γίνει κυνικός.

Δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι όλα είναι καλά. Δεν προσποιείται ότι οι διαιρέσεις, οι φόβοι και οι εντάσεις εξαφανίστηκαν. Απλώς αρνείται να παραδοθεί στον κυνισμό. Και αναρωτήθηκα πόσο σπάνια έχει γίνει αυτή η στάση. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες της γενιάς του περιοδεύουν για να γιορτάσουν το παρελθόν τους. Ο David Byrne μοιάζει να περιοδεύει για να υπερασπιστεί το μέλλον.

Διάβασε και αυτό στο Black Book:

Όταν ακούστηκαν οι πρώτες νότες του «Burning Down the House», χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν μαζί ένα τραγούδι που γράφτηκε πριν από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Το εντυπωσιακό όμως δεν ήταν η νοσταλγία. Ήταν ότι αυτά τα τραγούδια εξακολουθούν να μοιάζουν ζωντανά επειδή ο δημιουργός τους συνεχίζει να ψάχνει, να αμφισβητεί και να μετακινείται.

Όταν τελείωσε η συναυλία και ο κόσμος άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο, έμεινα για λίγο να παρατηρώ τα πρόσωπα γύρω μου. Άγνωστοι που χαμογελούσαν μεταξύ τους, παρέες που συνέχιζαν να τραγουδούν, άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών που προσπαθούσαν να κρατήσουν λίγο ακόμη τη διάθεση της βραδιάς. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν ακριβώς το μήνυμα που ήθελε να αφήσει ο Byrne. Ξέρω όμως ότι για μερικές ώρες κατάφερε να δημιουργήσει αυτό ακριβώς που περιέγραφε πάνω στη σκηνή.

Σε μια εποχή που όλοι μοιάζουν να έχουν βιαστεί να διαλέξουν στρατόπεδο, να υψώσουν τείχη και να βεβαιωθούν ότι έχουν δίκιο, ένας 73χρονος μουσικός ανέβηκε στη σκηνή και υπενθύμισε κάτι πολύ πιο απλό. Ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρειάζονται ο ένας τον άλλον. Ακούγεται σχεδόν αφελές αλλά λίγες ιδέες σήμερα μοιάζουν πιο ανατρεπτικές.

dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)