Skip to main content

Γεννημένος στα μέσα της δεκαετίας του΄70, στην Καβάλα, ο Θανάσης Δήμου είναι από αυτές τις περιπτώσεις καλλιτεχνών που μια συζήτηση μαζί του δεν ξέρεις ποτέ που θα σε βγάλει. Είναι το ιδιαίτερο χιούμορ του αλλά και η βαθιά γνώση που έχει για την τέχνη. Μια γνώση που μοιράζεται ανάμεσα στο θέατρο και την εικονογράφηση. Απόφοιτος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και ύστερα του Θεάτρου Τέχνης αν ήταν χαρακτήρας έργου, αναμφίβολα θα ήταν ο «τρελός» στον Άμλετ. Ίσως, να έμοιαζε και με περίεργο ανθρωπάκι με μεγάλα μελαγχολικά μάτια, όπως είναι οι ήρωες των έργων του. Το σίγουρο είναι πως δεν θα τον ξεχνούσες γιατί έχει ένα τρόπο να μιλάει για τα σπουδαία κάνοντάς τα οικεία. Μικρά θαύματα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μπορούν να σε κάνουν να συγκινηθείς. Όπως συμβαίνει στην παράσταση το «Θαύμα» του Τζουζέπε Μάσσα που ξεκίνησε πριν λίγες ημέρες την περιοδεία του από τη Θεσσαλονίκη και θα κάνει στάση στις 7 και 8 Σεπτεμβρίου, στη Στοά Αρσακείου, στην Αθήνα. Σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία της Νικολέτας Φιλόσογλου, το «Θαύμα» γράφτηκε το 2016, μέσα στην κορύφωση της μεταναστευτικής κρίσης στη Μεσόγειο. Μια πολιτική αλληγορία για τη ζωή και τον θάνατο μέσα σε έναν κόσμο διαρκών μετακινήσεων.

Ποιο είναι το στοιχείο που κάνει αυτό το έργο τόσο πολύτιμο δραματουργικά;

Νομίζω πως έχει να κάνει με το γεγονός πως ο συγγραφέας αφομοίωσε μέσα στο κείμενο όλη τη Μεσογειακή παράδοση, ξεκινώντας από την αρχή για να οδηγηθεί στην πορεία σε κάτι παραμυθένιο, διατηρώντας, όμως, το στοιχείο του παραλόγου. Έχουμε να κάνουμε με μια ατόφια κωμωδία που έχει βγει από τα σπλάχνα του Νότου και που δεν είναι μακριά από την παράδοση της δικής μας λαϊκής κωμωδίας. Έχει το ευφυές καραγκιοζίστικο χιούμορ της επιβίωσης. Χρησιμοποιεί υλικά της κωμωδίας για να μιλήσει για το δύσκολο θέμα της μετανάστευσης και το κάνει με μαστοριά λέγοντας αλήθειες.

Τι συμβαίνει στους δύο ήρωες του έργου;

Πρόκειται για δύο κοινοτικούς υπαλλήλους, δύο νεκροθάφτες που είναι υπεύθυνοι για το κοιμητήριο, σε ένα χωριό της Κάτω Ιταλίας. Όταν η σορός ενός μετανάστη ξεβράζεται στις ακτές αντιμετωπίζουν ένα παράλογο δίλλημα. Στο νεκροταφείο υπάρχουν μόνο δύο κενές θέσεις μνημάτων, αυτές που κρατούσαν για τους εαυτούς τους. Δεν θέλουν να δώσουν τη θέση τους στον ξένο. Δεν υπάρχει χώρος ούτε για τους νεκρούς ούτε για τους ζωντανούς. Τότε, αποφασίζουν το αδιανόητο. Να αναστήσουν τον νεαρό άντρα, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να παραχωρήσουν τις θέσεις τους. Θυμίζοντας κλοουνίστες, αυτοί οι δύο άντρες θα ταυτιστούν με τον άγνωστο άντρα και εκεί, ακριβώς, αποκαλύπτεται το στοιχείο της ανθρωπιάς της Μεσογειακής κωμωδίας που διαφέρει από τη μαύρη Αγγλοσαξονική που υπάρχει μια κυνικότητα.

Τι είναι αυτό που νιώθουν ως χρέος αυτοί οι δύο άνθρωποι και ενώ δεν θέλουν να παραχωρήσουν τη θέση τους, ωστόσο, νοιάζονται για τον άγνωστο άντρα;

Δεν είναι χρέος, δεν έχει να κάνει με ευθύνη αλλά με ανθρωπιά και φυσικά με την τελετουργία της παράδοσης. Πάλι επιστρέφουμε στην παράδοση της Μεσογείου. Έχει να κάνει με το μεταφυσικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τους λαϊκούς ανθρώπους και που σε περιπτώσεις αγγίζει τα όρια του διονυσιασμού. Οι ήρωες ξενυχτούν για τον νεκρό και προσεύχονται στην Παναγία να τον αναστήσει με ένα τρόπο μπουφόνικο. Τρώνε πάνω από το νεκρό σώμα, πίνουν και τσακώνονται για το ποιος θα πεθάνει πρώτος και ποιος δεύτερος, σχεδιάζοντας να τον κόψουν σε μικρά κομματάκια, προκειμένου να χωρέσει σε καρπούζια. Κι όταν συνειδητοποιούν πως είναι ένας νέος άντρας, ένα παλληκάρι, κλαίνε για εκείνον και εδώ συναντάμε τον σουρεαλισμό.

Το έργο γράφτηκε με αφορμή την τραγωδία στη Λαμπεντούζα. Έκτοτε, η Μεσόγειος έχει γίνει ο υγρός τάφος για πολλούς μετανάστες. Πότε αρχίσαμε να συνηθίζουμε τη βαρβαρότητα;

Δεν νομίζω πως πάψαμε ποτέ. Κοιτάξτε, η ιστορία της Ευρώπης του δυτικού κόσμου είναι μία εναλλαγή διαφωτισμού και βαρβαρότητας. Στις εποχές μας αυτό που νομίσαμε μετάπολεμικά είναι ότι πήραμε το μάθημα μας, λόγω αυτών που είχαν γίνει στον Α΄και στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και εξανθρωπιστήκαμε. Δυστυχώς, δεν ισχύει αυτό. Κατά τ’ άλλα, όταν αρχίζουν τα πράγματα και ζορίζουν, οι άνθρωποι γεννούν τα κατώτερα τους ένστικτα. Εγώ νιώθω πολλές φορές ότι όλοι μας είμαστε σαν τους ήρωες της τριλογίας του Μπροχ, στους «Υπνοβάτες» που βαδίζουν στη ζωή τους, ενώ η ιστορία δίπλα σκάει. Παρ’ όλη την ενημέρωση που έχουμε, παρ’ όλη την ευαισθητοποίηση, παρ’ όλο που μαθαίνουμε τι γίνεται, αυτό δεν μας αλλάζει. Είμαστε όλοι έτσι.

Η εικόνα στη Θεούτα της Ισπανίας με τους χιλιάδες μετανάστες να βρίσκονται ανήμποροί στην παραλία Ελ Τραμπολίν χωρίς πρόσβαση σε τρόφιμα και νερό τι μας λέει για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την Ιστορία ;

Την Ιστορία την ανακαλύπτει κανείς μόνος του. Αυτός που θέλει πραγματικά να καταλάβει μπαίνει σε διαδικασία μόνος του να ψάξει και να βρει. Πρέπει να διαβάσει, να διασταυρώσει και να πάει παρακάτω. Θυμάμαι ένα ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του ΄80 όπου μιλούσε ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Πρέπει να ήταν το «Παρασκήνιο» που έκανε ο σπουδαίος Λάκης Παπαστάθης και έλεγε πως όταν περνάνε τα χρόνια θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε την Ιστορία με θάρρος. Όπως παράδειγμα ανέφερε ο Αναγνωστάκης, έχουν περάσει τόσα χρόνια από τον θάνατο του Μεταξά. Ένα πρόσωπο που έμεινε στην Ιστορία με αρνητικό πρόσημο. Μπορούν να ειπωθούν αλήθειες για το τι έγινε τότε; Πως ο Μεταξάς ήταν ένα δημιούργημα της εποχής του χωρίς να του προσάψουν εύκολες ταμπέλες και βολικά συνθήματα. Να μιλήσουμε με τόλμη. Αν δεν έχουμε τόλμη εμείς είμαστε ανασφαλείς, δεν μας φταίει η Ιστορία. Εννοώ πως έχουμε την τάση σε εποχές κρίσης, όπως είναι η δική μας, να χρειαζόμαστε την έτοιμη σκέψη, ενώ χρειάζεται να κάτσουμε με νηφαλιότητα να δούμε τα γεγονότα και όχι απλά να γράψουμε κάτι στο Facebook για να πλακωθούμε με τους αντίπαλους.  Έχουμε γίνει πολύ ευαίσθητοι χωρίς να έχουμε ευαισθησία μέσα μας.

Έχω την αίσθηση πως μετά την οικονομική κρίση η ευαισθησία χάθηκε ως ζητούμενο.

Εγώ πάλι νομίζω πως δεν υπήρξε ποτέ ευαισθησία κι αν υπήρξε ήταν καλυμμένη κάτω από την πλασματική καλοζωία. Σπουδάσαμε και μετά ήρθε η σφαλιάρα. Η πολιτική ειρήνη και η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη της δεκαετίας του ΄80, το μεταπολεμικό θαύμα κατέρρευσε με πάταγο. Εγώ και νομίζω και άλλοι σαν εμένα επειδή είχαμε πιστέψει πως κάτι καλό πάει να γίνει όταν ήρθε η κρίση δεν το πιστεύαμε. Νομίζαμε πως ζούσαμε σε κάποιο κακό όνειρο. Ήμασταν πολιτικά και κοινωνικά ανώριμοι να το αντιμετωπίσουμε αυτό που συνέβαινε. Και εκεί, δυστυχώς, συνειδητοποιήσαμε πως το «μαζί» είχε χαθεί. Φρόντισαν κάποιοι για αυτό και όταν λέω «μαζί» αναφέρομαι και στην κωμωδία.

Επανέρχεστε στην κωμωδία. Γιατί την υποστηρίζετε τόσο πολύ; Αποτελεί όχημα για να δραπετεύσουμε από την ηθικολογία με τρόπο απενεχοποιημένο;

Εκεί υπάρχει ένα θέμα και ίσως αυτός είναι ένας από τους λόγους που δεν γράφονται πια κωμωδίες. Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια αντίληψη η οποία λειτουργεί με παιδικά ένστικτά χριστομάθειας θυσιάζοντας την ουσία για να μην θιγούν κάποιοι και όταν συμβαίνει αυτό, τότε, αδικούμε τους εαυτούς μας.

Αναφέρεστε στη χρήση της πολιτικής ορθότητας των λέξεων;

Το χιούμορ μιλάει παραβολικά και όχι κυριολεκτικά. Δεν γίνεται οι άνθρωποι να εξεγείρονται νομίζοντας πως η κωμωδία κυριολεκτεί, ενώ κατά βάση μιλάει πλαγίως. Κοιτάς το βλέμμα του Λογοθετίδη και βουτάς βαθιά στη ψυχή του. Νιώθεις συγκίνηση, επιμένω στην έννοια της συγκίνησης. Η κωμωδία μπορεί να γίνει ό,τι θέλεις. Μένει μέσα μας και τη φέρουμε. Δεν είναι εύκολο να καταφέρεις να συγκινήσεις τον άλλον. Έτσι νομίζω.

Εσείς πάντως αυτό που θέλατε το καταφέρατε. Θέλατε να γίνεται ηθοποιός γίνατε. Θέλατε να γίνετε σκιτσογράφος, γίνατε. Θέλω να μου πείτε για αυτά που δεν θέλατε αλλά έχετε συμβιβαστεί και έχετε γίνει.

Η ζωή του ενήλικου είναι ένας συνεχής συμβιβασμός. Δεν γίνεται αλλιώς. Και εγώ έχω συμβιβαστεί. Θα έλεγα ψέματα αν το αρνιόμουν. Καμιά φορά μέσα από τους συμβιβασμούς μπορείς να κάνεις αυτό που θέλεις. Στενάχωρο αλλά ισχύει.

Κοιτάζοντας τα βιβλία που έχετε εκδώσει δεν γίνεται να μην παρατηρήσω την αγάπη που τρέφετε για τον Σαίξπηρ.

Άμα ισχυριστώ πως αυτό είναι τυχαίο δεν θα με πιστέψει κανείς. Τι θέλω να πω με αυτό. Έχω τεράστια αγάπη για τον Σαίξπηρ αλλά αυτό που έκανα με τα σκίτσα ελάχιστη σχέση έχουν μαζί του. Αν είχα το ταλέντο του συγγραφέα ίσως να είχα γίνει κομίστας. Ίσως να είχα γίνει Γούντι Άλεν και να έγραφα κωμωδίες. Κάποια παραμυθογράμματα, όπως είναι το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι» και ο «Περικλής, Ηγέμονας της Τύρου» στάθηκαν ένα καλό πεδίο για να μπορέσω να λειτουργήσω. Τον Σαίξπηρ τον αγαπώ πάρα πολύ ως ποιητή. Αν μπορούσα να παίζω μόνο Σαίξπηρ θα το έκανα. Μου φαίνεται ότι είναι μια κιβωτός που κρύβει μέσα του το υψηλό, το χαμηλό, την κωμωδία, την τραγωδία, τη ζωγραφική. Εκεί που μιλάει για τον Άμλετ σου πετάει τον νεκροθάφτη. Μέσα στη μεγάλη ποίηση σου πετάει και το αγοραίο. Για παράδειγμα, μόλις τελειώνει η σκηνή των Νεκροθαφτών, που συγγενεύουν με τους νεκροθάφτες της κωμωδίας που παίζουμε τώρα με τον Παναγιώτη Παναγόπουλο και ανακάλυψε η ευαίσθητη μύτη της Νικολέτας Φιλόσογλου, ο Αμλέτ λέει στον έναν «Πετάξου απέναντι και φέρε μου να πιώ κάτι» και στην ουσία ο φοβερός αυτός ποιητής ρεκλαμάριζε το μπαρ, την ταβέρνα που είχε ανοίξει απέναντι. Μέσα στη διάνοια του Άμλετ, ο μεροδούλι – μεροφάι, Σαίξπηρ, σου πετάει και το λαϊκό. Αυτό, όμως, είναι το θέατρο. Το θέατρο δεν είναι του γραφείου. Είναι τέχνης της πιάτσας. Είναι βρώμικη τέχνη. Έχει το καλό και το κακό μέσα του. Είναι βέβηλο και για αυτό δεν χωράει σε κορεκτίλες.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

«ΤΟ ΘΑΥΜΑ» του Giuseppe Massa

Μετάφραση: Βιολέτα Ζεύκη

Σκηνοθεσία – Σκηνική σύλληψη: Νικολέτα Φιλόσογλου

Δραματουργική επεξεργασία: Νικολέτα Φιλόσογλου

Ενδυματολογία: Φίλιππος Τσιτσόπουλος

Σχεδιασμός και εικαστική επιμέλεια ποδηλάτου: Chris Capten, Κυριακή Φιλόσογλου

Σχεδιασμός φωτισμών: Στέλλα Κάλτσου

Μουσική επιμέλεια: Νικολέτα Φιλόσογλου

Μουσική σύνθεση – Σχεδιασμός ήχου: Άρης Κοντοάγγελος

Επιμέλεια κίνησης: Ελένη Καστανιώτη

Βοηθοί σκηνοθέτη: Ελένη Καστανιώτη, Νικόλας Λαμπάκης

Βίντεο teaser: Στέλιος Σγουράκης, Φίλιππος Τσιτσόπουλος

Βίντεο μοντάζ: Γιάννης Γαλιάτσος

Φωτογραφίες promo: Φίλιππος Τσιτσόπουλος

Οπτική ταυτότητα: Τάσος Θωμόγλου

Επικοινωνία: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble

Παίζουν:
Θανάσης Δήμου: Antonio

Παναγιώτης Παναγόπουλος: Bernardo

Ακούγεται η φωνή του Λαέρτη Μαλκότση.

ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑΣ

22 Αυγούστου | Φεστιβάλ Μερκούρεια, Ανοιχτό Θέατρο Συκεών «Μάνος Κατράκης» – Θεσσαλονίκη

«ΤΟ ΘΑΥΜΑ» | Μερκούρεια 2026 | Εισιτήρια εδώ!

24 Αυγούστου | ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας | Παλατίτσια Ημαθίας – Προαύλιος Χώρος Δημοτικού Σχολείου

Είσοδος ελεύθερη

31 Αυγούστου | ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας | Εύξεινος Λέσχη Βέροιας – Προαύλιος Χώρος

Είσοδος ελεύθερη

7–8 Σεπτεμβρίου | Στοά Αρσακείου, Αθήνα

«ΤΟ ΘΑΥΜΑ» |  Στοά Αρσακείου | Εισιτήρια εδώ!

19 Σεπτεμβρίου | Καρδαμύλη

Διαβάζεις BlackBook; Πρόσθεσέ μας στις προτιμώμενες πηγές σου στην Google.

Πρόσθεσε το BlackBook στην Google
dei_05-2026_Festival_Athinon-Epidaurou_300x250(1)