Για χρόνια η Παρί Σεν Ζερμέν έμοιαζε με κάτι ανάμεσα σε ποδοσφαιρική ομάδα και παγκόσμια καμπάνια πολυτελείας. Μια ομάδα σχεδιασμένη για να δημιουργεί εικόνες, εξώφυλλα και στιγμές viral επιβεβαίωσης πριν αποκτήσει πραγματική ηρεμία μέσα στο γήπεδο. Τα κασκόλ της PSG εμφανίζονταν σε fashion εβδομάδες, οι φανέλες της σε rap videos και οι ποδοσφαιριστές της συχνά έμοιαζαν μεγαλύτεροι από το ίδιο το παιχνίδι. Όμως σχεδόν κάθε φορά που το Champions League έμπαινε στις δύσκολες στιγμές της πίεσης, κάτι μέσα στην ομάδα λύγιζε. Ίσως γι’ αυτό η πιο σημαντική μεταγραφή της τελευταίας τριετίας ήταν ο Λούις Ενρίκε.
Ο Ενρίκε δεν πήγε στο Παρίσι για να γίνει μέρος του θεάματος. Πήγε σχεδόν για να το αποσυναρμολογήσει. Η δεύτερη συνεχόμενη κατάκτηση του Champions League δεν μοιάζει απλώς με αθλητική επιτυχία. Μοιάζει με το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για την PSG. Μιας εποχής όπου η ομάδα έδειχνε να πιστεύει ότι το prestige και η παγκόσμια λάμψη αρκούν για να παράγουν και χαρακτήρα. Η φετινή σεζόν της PSG ήταν εξαντλητική ακόμη και για τα δεδομένα του σύγχρονου elite football. Δεκάδες παιχνίδια, τραυματισμοί, ταξίδια, παγκόσμιο συλλόγων, ελάχιστος χρόνος αποκατάστασης, συνεχής πίεση. Το σύγχρονο ποδόσφαιρο μοιάζει πλέον όλο και λιγότερο με άθλημα και όλο και περισσότερο με μηχανή διαρκούς φθοράς. Οι μεγάλες ομάδες δεν κρίνονται μόνο στην ποιότητα του ρόστερ τους αλλά στην ικανότητά τους να επιβιώνουν ψυχολογικά μέχρι τον Μάιο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η σημασία του Λούις Ενρίκε.

Δεν είναι ο πιο θεατρικός προπονητής της εποχής του. Δεν διαθέτει τη δημόσια περσόνα του Μουρίνιο ούτε την ποδοσφαιρική μυθολογία του Γκουαρδιόλα. Δεν λειτουργεί σαν celebrity coach. Συχνά μοιάζει σχεδόν απρόθυμος να συμμετέχει στο μόνιμο μιντιακό παιχνίδι που απαιτεί το σύγχρονο ποδόσφαιρο. Κι όμως, όσο περισσότερο μεγαλώνει η φασαρία γύρω από το παιχνίδι, τόσο περισσότερο μοιάζουν να αποκτούν αξία άνθρωποι σαν αυτόν. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο έχει κάτι αυστηρό και σχεδόν ανελέητο. Κάτι σχεδόν στρατιωτικό στη σχέση του με τη φθορά, τη συγκέντρωση και την πειθαρχία. Και πιθανότατα αυτό δεν είναι άσχετο με όσα έχει περάσει εκτός γηπέδου. Μετά τον θάνατο της κόρης του η δημόσια εικόνα του άλλαξε αισθητά. Δεν έγινε πιο συναισθηματικός. Έγινε πιο απόμακρος. Σαν άνθρωπος που σταμάτησε να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη μυθολογία της επιτυχίας και άρχισε να αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο περισσότερο σαν διαδικασία αντοχής. Κάτι που φαίνεται και στις ομάδες του.

Η PSG των προηγούμενων ετών έμοιαζε συχνά με ομάδα που έπαιζε υπό το βάρος της ίδιας της εικόνας της. Κάθε στραβή βραδιά στην Ευρώπη έφερνε πανικό. Κάθε λάθος έμοιαζε να κουβαλά το φάντασμα όλων των προηγούμενων αποτυχιών.Υ πήρχε πάντα η αίσθηση ότι η ομάδα έπαιζε κουβαλώντας τον φόβο της μεγάλης κατάρρευσης που όλοι περίμεναν κάποια στιγμή να συμβεί. Η φετινή PSG δεν έδωσε αυτή την εικόνα ούτε μία φορά. Ακόμη και στον τελικό απέναντι στην Άρσεναλ όταν το παιχνίδι άρχισε να δυσκολεύει, η ομάδα δεν έμοιαζε νευρική. Δεν υπήρχε εκείνη η γνώριμη αίσθηση συλλογικής ασφυξίας που την χαρακτήριζε για χρόνια. Η PSG έμοιαζε επιτέλους με κανονική μεγάλη ομάδα. Και αυτό ίσως ακούγεται απλό, αλλά για αυτή την ομάδα δεν ήταν ποτέ αυτονόητο.
Το ειρωνικό είναι ότι ο Λούις Ενρίκε το πέτυχε ακριβώς τη στιγμή που η ομάδα έπαψε να περιστρέφεται γύρω από ποδοσφαιρικούς celebrities. Για χρόνια, μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου αντιμετώπιζε τον Ενρίκε σαν έναν αρκετά καλό διαχειριστή υπερομάδων. Κάποιον που απλώς είχε την τύχη να κοουτσάρει τον Μέσι, τον Σουάρεζ και τον Νεϊμάρ στην Μπαρτσελόνα. Σήμερα μοιάζει πιο ξεκάθαρο ότι το πραγματικό του ταλέντο είναι άλλο. Ξέρει να κρατά ομάδες πνευματικά σταθερές όταν αρχίζει η φθορά. Ξέρει να αφαιρεί από τους ποδοσφαιριστές το άγχος. Ξέρει να κάνει μεγάλα clubs να λειτουργούν λιγότερο σαν συλλογή προσωπικοτήτων και περισσότερο σαν σύνολα που αντέχουν. Αυτή να είναι η πιο δύσκολη δουλειά στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.
Με τρία Champions League πλέον στο βιογραφικό του, ο Λούις Ενρίκε βρίσκεται δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα προπονητών της εποχής. Αλλά το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι η ιστορική κατάταξη. Είναι ότι πιθανότατα εκφράζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τον ελίτ προπονητή της εποχής μετά τους superstars. Της εποχής όπου οι ομάδες κερδίζουν όχι όταν γίνονται πιο λαμπερές, αλλά όταν επιτέλους σταματούν να χρειάζονται συνεχώς το φως πάνω τους.






