Το WORLD CUP CULTURE επιστρέφει στα Παγκόσμια Κύπελλα που διαμόρφωσαν τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Από το Μοντεβιδέο του 1930 μέχρι το Κατάρ του 2022, κάθε Μουντιάλ αφηγείται μια ιστορία που ξεπερνά τα όρια του ποδοσφαίρου. Ιστορίες για πολιτική, κοινωνία, πολιτισμό, μνήμη και ανθρώπους που άφησαν το αποτύπωμά τους στην εποχή τους. Σήμερα ταξιδεύουμε στην Ιταλία του 1990, στο τελευταίο Παγκόσμιο Κύπελλο πριν αλλάξει ο κόσμος.
Στο 99ο λεπτό του ημιτελικού ανάμεσα στην Αγγλία και τη Δυτική Γερμανία, ο Πολ Γκασκόιν είδε την κίτρινη κάρτα να σηκώνεται στον αέρα. Δεν χρειάστηκε να του εξηγήσει κανείς τι σήμαινε. Αν η Αγγλία προκρινόταν στον τελικό εκείνος δεν θα έπαιζε. Οι τηλεοπτικές κάμερες κατέγραψαν τη στιγμή που η συνειδητοποίηση μετατράπηκε σε θλίψη. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και ολόκληρος ο κόσμος είδε έναν ποδοσφαιριστή να λυγίζει μπροστά σε εκατομμύρια θεατές. Τριάντα και πλέον χρόνια αργότερα, περισσότεροι άνθρωποι θυμούνται εκείνη τη στιγμή απ΄ότι θυμούνται το πέναλτι του Αντρέας Μπρέμε στον τελικό της Ρώμης. Περισσότεροι θυμούνται τα δάκρυα του Γκασκόιν από το γεγονός ότι η Δυτική Γερμανία κατέκτησε το κύπελλο. Αυτό λέει πολλά για το Italia ’90. Δεν ήταν το Μουντιάλ των νικητών. Ήταν το Μουντιάλ των εικόνων και των συναισθημάτων.

Το καλοκαίρι του 1990 η Ευρώπη έμοιαζε να κρατά την αναπνοή της. Το Τείχος του Βερολίνου είχε πέσει αλλά η Γερμανία δεν είχε ακόμη ενωθεί. Η Σοβιετική Ένωση υπήρχε ακόμη. Η Γιουγκοσλαβία παρέμενε μία χώρα. Η Τσεχοσλοβακία επίσης. Κοιτάζοντας σήμερα τις ομάδες εκείνης της διοργάνωσης, έχει κανείς την αίσθηση ότι ξεφυλλίζει έναν πολιτικό χάρτη που σύντομα θα ανήκε στην ιστορία. Η Σοβιετική Ένωση αγωνίστηκε για τελευταία φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο.

Η Γιουγκοσλαβία παρουσίασε μια γενιά ποδοσφαιριστών που έμοιαζε έτοιμη να κυριαρχήσει για χρόνια. Ο Προσινέτσκι, ο Σούκερ, ο Σαβίτσεβιτς, ο Στόικοβιτς και ο Πάντσεφ ανήκαν σε μια ομάδα που δεν πρόλαβε ποτέ να ολοκληρώσει την υπόσχεσή της. Λίγο αργότερα η χώρα τους θα διαλυόταν. Ακόμη και η πρωταθλήτρια Δυτική Γερμανία δεν θα εμφανιζόταν ποτέ ξανά σε Μουντιάλ με αυτό το όνομα. Ο τελικός της Ρώμης ήταν ο τελευταίος αγώνας της ιστορίας της.
Το ίδιο το ποδόσφαιρο βρισκόταν επίσης σε μια μεταβατική περίοδο. Το Champions League δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Η Premier League δεν υπήρχε. Ο νόμος Μπόσμαν δεν είχε αλλάξει τον χάρτη των μεταγραφών. Οι περισσότεροι μεγάλοι παίκτες συνέχιζαν να αγωνίζονται στις χώρες τους. Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν είχε μετατραπεί ακόμη σε ένα παγκόσμιο υπερθέαμα απόλυτα ελεγχόμενο από χορηγούς, εμπορικές συμφωνίες και εταιρικές εμπειρίες φιλοξενίας. Το πρώτο σημάδι ότι κάτι καινούργιο ερχόταν εμφανίστηκε από εκεί που ελάχιστοι το περίμεναν. Στον εναρκτήριο αγώνα της διοργάνωσης, το Καμερούν νίκησε την πρωταθλήτρια Αργεντινή του Ντιέγκο Μαραντόνα. Η εικόνα του Ροζέ Μιλά να χορεύει δίπλα στο σημαιάκι του κόρνερ έγινε αμέσως ένα από τα σύμβολα του τουρνουά. Στα 38 του χρόνια σε μια ηλικία που οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές είχαν ήδη αποσυρθεί, ο Μιλά έγινε το πρόσωπο μιας ηπείρου που ζητούσε χώρο στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Το Καμερούν έφτασε μέχρι τα προημιτελικά και απέδειξε ότι το μέλλον του αθλήματος δεν ανήκε αποκλειστικά στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική.

Ενώ ο Μιλά εξέφραζε το μέλλον ο Σαλβατόρε Σκιλάτσι ενσάρκωνε το όνειρο. Όταν ξεκίνησε η διοργάνωση, ελάχιστοι περίμεναν ότι θα εξελισσόταν στον μεγάλο πρωταγωνιστή της Ιταλίας. Μέσα σε λίγες εβδομάδες έγινε το πρόσωπο της χώρας. Τα έξι γκολ του οι ξέφρενοι πανηγυρισμοί του και το βλέμμα ενός ανθρώπου που δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε τον μετέτρεψαν σε λαϊκό ήρωα. Η Ιταλία προχωρούσε προς τον τελικό και ολόκληρη η χώρα άρχισε να πιστεύει ότι το τρόπαιο την περίμενε.

Στο μεταξύ, ο Μαραντόνα ετοιμαζόταν για την τελευταία μεγάλη ποδοσφαιρική παράστασή του σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Στη φάση των «16», απέναντι στη Βραζιλία η Αργεντινή βρέθηκε για σχεδόν ολόκληρο τον αγώνα σε θέση άμυνας. Οι Βραζιλιάνοι κυριαρχούσαν, σημάδευαν τα δοκάρια και έχαναν τη μία ευκαιρία μετά την άλλη. Η πρόκριση έμοιαζε θέμα χρόνου. Δέκα λεπτά πριν από το τέλος, ο Μαραντόνα πήρε την μπάλα κοντά στη μεσαία γραμμή, πέρασε ανάμεσα από αντιπάλους που προσπαθούσαν να τον σταματήσουν και την κατάλληλη στιγμή έβγαλε τον Κανίγια μόνο απέναντι στον τερματοφύλακα. Το γκολ που ακολούθησε έστειλε την Αργεντινή στα προημιτελικά και χάρισε στον Μαραντόνα μία από τις τελευταίες πραγματικά καθοριστικές στιγμές της καριέρας του σε Μουντιάλ. Ήταν μια φάση που θύμισε σε όλους γιατί ακόμη και τραυματισμένος, μπορούσε να αλλάξει μόνος του την ιστορία ενός αγώνα.

Το πιο ενδιαφέρον παιχνίδι του Italia ’90 δεν ήταν ο τελικός. Ήταν ο ημιτελικός της Νάπολης. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα είχε ήδη αλλάξει την ιστορία της πόλης. Είχε χαρίσει πρωταθλήματα στη Νάπολι και είχε κάνει μια περιοχή που αισθανόταν παραμελημένη από τον ιταλικό Βορρά να νιώσει περήφανη για τον εαυτό της. Λίγες ημέρες πριν από τον ημιτελικό υπενθύμισε στους Ναπολιτάνους ότι οι υπόλοιποι Ιταλοί τούς θυμούνταν μόνο όταν τους είχαν ανάγκη.
Διάβασε και αυτό από το World Cup Culture:
Για μία νύχτα η Νάπολη βρέθηκε διχασμένη ανάμεσα στην Ιταλία και τον Μαραντόνα. Ανάμεσα στην εθνική ταυτότητα και στην τοπική υπερηφάνεια. Η Αργεντινή απέκλεισε την Ιταλία στα πέναλτι μέσα στο Σαν Πάολο και η ποδοσφαιρική ιστορία συνάντησε την κοινωνική ιστορία. Ήταν μια υπενθύμιση ότι οι άνθρωποι δεν ορίζονται πάντα από τα σύνορα που φαίνονται στους χάρτες. Η Δυτική Γερμανία κατέκτησε τελικά δίκαια το τρόπαιο. Η ομάδα του Φραντς Μπεκενμπάουερ ήταν η πιο σταθερή και η πιο πλήρης της διοργάνωσης. Παρ’ όλα αυτά ακόμη και η πρωταθλήτρια έμοιαζε να αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας που εκτυλισσόταν γύρω της.
Το ίδιο το τουρνουά δεν πρόσφερε σπουδαίο ποδόσφαιρο. Τα γκολ ήταν λίγα. Οι αγώνες συχνά κλειστοί. Ο τελικός ανάμεσα στη Δυτική Γερμανία και την Αργεντινή παραμένει ένας από τους πιο άχαρους στην ιστορία της διοργάνωσης. Η χαμηλή παραγωγικότητα σε γκολ και η έμφαση στην τακτική προβλημάτισαν τη FIFA. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν αλλαγές στους κανονισμούς με στόχο να γίνει το παιχνίδι πιο επιθετικό και πιο θεαματικό. Το ποδόσφαιρο άρχισε να αλλάζει.
Πάνω από όλα αυτά όμως αιωρείται μια μουσική. Το Nessun Dorma του Πουτσίνι με τη φωνή του Λουτσιάνο Παβαρότι, έγινε κάτι περισσότερο από το μουσικό θέμα της διοργάνωσης. Έγινε η ηχητική μνήμη ενός ολόκληρου καλοκαιριού. Ακόμη και σήμερα οι πρώτες νότες αρκούν για να επιστρέψουν στο μυαλό γεμάτα γήπεδα, καλοκαιρινές νύχτες και μια Ευρώπη που στεκόταν στο κατώφλι μιας νέας εποχής. Η πραγματική κληροδότημα του Italia ’90. Όχι επειδή πρόσφερε το καλύτερο ποδόσφαιρο. Έμεινε επειδή γέννησε εικόνες που επέζησαν περισσότερο από τα αποτελέσματα. Ο Ροζέ Μιλά να χορεύει δίπλα στο σημαιάκι του κόρνερ. Ο Σαλβατόρε Σκιλάτσι να ανακαλύπτει ξαφνικά ότι μπορεί να γίνει εθνικός ήρωας. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα να επιστρέφει στη Νάπολη ως σωτήρας για κάποιους και προδότης για άλλους. Ο Πολ Γκασκόιν να κλαίει μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο χωρίς να προσπαθεί να κρύψει τη συγκίνησή του. Και στο βάθος η φωνή του Λουτσιάνο Παβαρότι να συνοδεύει κάθε βράδυ μια Ευρώπη που άλλαζε χωρίς ακόμη να το γνωρίζει.
Λίγους μήνες αργότερα η Σοβιετική Ένωση θα ανήκε στην ιστορία. Η Γιουγκοσλαβία θα ακολουθούσε τον δικό της τραγικό δρόμο. Το ποδόσφαιρο θα γινόταν πιο πλούσιο, πιο γρήγορο και πιο παγκόσμιο. Το καλοκαίρι του 1990 όμως όλα αυτά βρίσκονταν ακόμη μπροστά. Γι’ αυτό το Italia ’90 εξακολουθεί να ασκεί μια γοητεία που ξεπερνά τα γκολ, τα τρόπαια και τους πίνακες αποτελεσμάτων. Δεν ήταν απλώς ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Ήταν η τελευταία φορά που ο παλιός κόσμος φωτογραφήθηκε ολόκληρος πριν χαθεί.







